22.11.15

Η Ημερομηνία των Γεγονότων.

Ο Θεός διαστέλλει και συστέλλει το χρόνο
ανάλογα με την Μετάνοια του ανθρώπου.
π. Μάξιμος Ιβηρίτης

Τις Προφητείες ενός Αγίου
μονάχα Άγιος μπορεί να τις ερμηνεύσει...
π. Δαυίδ Καρεώτης

Γιώργος Θαλάσσης 
Η πορεία του Γένους μας ομοιάζει με την επίγεια ζωή του Κυρίου μας.
Κανένα έθνος στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν σταυρώθηκε όσο το δικό μας και κανένα δεν κατάφερε να παραμείνει ζωντανό μετά από τόσες συμφορές και να Ανασταίνεται σαν νέος Φοίνικας!
Το 1453 το Γένος μας ανέβηκε το Μεγάλο Γολγοθά και βυθίστηκε στο αίμα μετά από χιλιετείς επιθέσεις μίσους και κακίας από όλες τις πλευρές του ορίζοντα και από όλα τα έθνη.

Η μάχη όμως δεν τελείωσε το 1453. Συνεχίστηκε στους σκοτεινούς αιώνες της σκλαβιάς με τις δεκάδες επαναστάσεις, συνεχίστηκε το '21, συνεχίστηκε στους Βαλκανικούς και συνεχίζεται σήμερα που έχουμε φτάσει στο ναδίρ της ιστορίας μας.
Σταυρωθήκαμε όπως ο Κύριος και όπως ο ευγνώμων ληστής ελπίζουμε να τον ακολουθήσουμε στην Ανάσταση και στη Σωτηρία.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, ότι Γολγοθάς χωρίς μετάνοια ισούται με τον ληστή εξ ευωνύμων.
Οπότε η σταύρωση και ο Γολγοθάς μπορεί να γίνουν εφαλτήριο Μετάνοιας, αλλά μπορεί να γίνουν και αιτία να γίνουμε χειρότεροι από πριν.

Το Γένος μας γνώρισε πείνα στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά αντί αυτό να γίνει αιτία επανευαγγελισμού και αλλαγής βυθιστήκαμε σε εμφύλιους, σε δικομματισμούς και αρρωστημένες μεταπολιτεύσεις. Η πείνα δεν θα μας σώσει και το Μεγάλο όνειρο του Γένους από το 1453 έως σήμερα δεν θα έρθει από μόνο του ή έστω έτσι όπως το φανταζόμαστε.

Θυμηθείτε την ιστορία και συγκεκριμένα αυτή των εβραίων, που είχαν όλες τις προφητείες για την δική τους νεκρανάσταση και δικό τους ποθούμενο.
Οι δικές τους ερμηνείες επί των προφητειών και κυρίως η δική τους σκληροκαρδία δεν τους επέτρεψε να διακρίνουν την έλευση του Μεγάλου Γεγονότος της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Είδαν το Όνειρό τους Εσταυρωμένο από δικά τους καρφιά, κρεμάμενο επί ξύλου και δεν ηθέλησαν...

Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλήμ... ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου... καὶ οὐκ ἠθελήσατε.

λέγει ο Κύριός μας και Θεός μας για να το ακούσει διαχρονικά όλη η ανθρωπότητα εις πάντας του αιώνας.

Οι εβραίοι βουτηγμένοι στην αμαρτία, στη σκληροκαρδία και την αμετανοησία τους περίμεναν δόξα και τιμές στην πραγματοποίηση των Προφητειών. Οι προφητείες ήρθαν, όμως όχι έτσι όπως τις περιμένανε. Η αμετανοησία τους τούς κατέστρεψε και από κοσμικής άποψης λίγα χρόνια μετά την Σταύρωση του Κυρίου, όταν οι Ρωμαίοι δεν άφησαν λίθο πάνω σε λίθο στην Ιερουσαλήμ.

Επειδή το Γένος μας έχει υποφέρει ξανά και ξανά μέσα από τα ίδια λάθη και δεν ακολουθεί την σοφή μέθοδο, να μαθαίνει από τα λάθη τον άλλων και ακόμα περισσότερο από τα λάθη του δικού του παρελθόντος, ας προσέξουμε όλοι μας και καθένας από εμάς ξεχωριστά μην πλανηθούμε από τη δική μας σκληροκαρδία, αμετανοησία και αδιαφορία.
Αν δεν θέλουμε να σωθούμε, ο Κύριος δεν μπορεί να μας σώσει παραβιάζοντας την ελευθερία μας.
Αν δεν θέλουμε το Γένος μας να Τον ακολουθήσει στην Ανάσταση, ο Κύριος δεν θα μας εξαναγκάσει να ξεφύγουμε από την σκλαβιά.
Κάθε μέρα που περνάει πολλοί αδελφοί περιμένουν να ξημερώσει η Ανάσταση του Γένους και το Ποθούμενο της φυλής μας, όμως εκτός από το να περιμένουν δεν κάνουν τίποτα άλλο, ενώ υπάρχουν τόσα που θα μπορούσαμε να κάνουμε.

Περιμένουν τα Γεγονότα πολλοί αδελφοί μας, ενώ το τραγικό είναι ότι τα Γεγονότα περιμένουν εκείνους.

Χωρίς επανευαγγελισμό και Μετάνοια αν δίνανε σήμερα την Πόλη στη βουτηγμένη μέσα στην αμαρτία και στη βλασφημία κοινωνία μας, που μεταξύ άλλων δεν μπορεί να κρατήσει ούτε τη Θράκη, δεν θα αργούσε μια τρίτη άλωση.
Δεν χρειάζεται μεγάλος αγώνας, δεν χρειάζεται να πιάσουμε τα όπλα, χρειάζεται όμως να εκμεταλλευτούμε την κάθε μέρα που περνάει και να συμβάλουμε στη Μεταμόρφωση της Κοινωνίας μας και των γύρω μας με λίγα λόγια και πολλές πράξεις, που θα τους οδηγούν στο Άγιο Δισκοπότηρο και στην Πνευματική Ζωή της Εκκλησίας.
Για να κάνουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά Βυζάντιο ξανά, θα πρέπει και εμείς οι ίδιοι να είμαστε Βυζαντινοί. Ρωμαίικοι δηλαδή και όχι ψευτορωμαίικοι.

Τα λιοντάρια του 1821 δεν περίμεναν την ημερομηνία των Γεγονότων, αλλά αποφάσισαν με λόγια και έργα να την ορίσουν οι ίδιοι και να γράψουν με χρυσά γράμματα τον Ευαγγελισμό της Παλιγενεσσίας του Γένους.

Σήμερα και μετά από τόσες αρρωστημένες δεκαετίες ψευτορωμαίικου χρειαζόμαστε να αναγγείλουμε μια νέα 25η Μαρτίου με λόγια αλλά και έργα.

Μην περιμένετε μοιρολατρικά. Την ημερομηνία της Ανάστασης του Γένους θα την ορίσουμε εμείς, όπως τα λιοντάρια του '21, με τις Πνευματικές πράξεις μας σε μια Πνευματική Επ-Ανάσταση αυτή την φορά. Ο Θεός περιμένει την Γενιά εκείνη, που θα πάρει την μεγάλη απόφαση, για να παρέμβει.

Οι λίγοι Χριστιανοί άλλαξαν κάποτε τον διεφθαρμένο και αμαρτωλό κόσμο πραγματοποιώντας το παραδοξότερο γεγονός. Τη γέννηση της Αγίας Ρωμανίας στα εδάφη της αντίχριστης αυτοκρατορίας.
Πάντα οι λίγοι άλλαζαν το κόσμο και οι πολλοί ακολουθούσαν, όπου τους πήγαινε και πάει το ρεύμα.
Δεν πρέπει λοιπόν να απογοητευόμαστε για το αν είμαστε λίγοι ή ανίσχυροι. 


Πέντε άτομα να βρεθούμε στην πόλη μας, που οργανωμένα και συντονισμένανα οδηγούμε τους γύρω μας στην Πνευματική Ζωή της Εκκλησίας, και τα Γεγονότα θα ξεκινήσουν την ίδια στιγμή.


Από σήμερα λοιπόν μια Επ-Ανάσταση κατήχησης και Ιεραποστολής στην διαλυμένη Πατρίδα μας με πρωτότυπες ιδέες, που να απευθύνονται κυρίως στους χλιαρούς και αδιάφορους αδελφούς, που περιμένουν το έναυσμα για να ξεκινήσουν Πνευματική Ζωή.
Σκεφτείτε ιδέες και τρόπους, ώστε να ωθήσετε τους αδελφούς μας στο Πετραχήλι της Εξομολόγησης και στο Άγιο Δισκοπότηρο ξεκινώντας ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΣ από τους εαυτούς σας.
Σκεφτείτε ιδέες και τρόπους και προωθήστε τους στα blogs της Ρωμιοσύνης, στους Ελληνορθόδοξους συλλόγους και πρωτίστως στην ενορία σας. Να είστε σίγουροι ότι, αν είναι εκ Θεού, κάποιος θα ανταποκριθεί.

Εναλλακτικά βοηθήστε τις προσπάθειες και ιδέες, που ήδη έχουν ξεκινήσει οι υπερασπιστές της Ρωμιοσύνης αγωνιστές Ιερείς, bloggers και Ελληνορθόδοξοι σύλλογοι αφύπνισης, και ελάτε να ξεκινήσουμε τώρα το Ποθούμενο Γεγονός:
Το όνειρο και προορισμό του Γένους να γεννά Αγίους και να κτίζει Αγιές-Σοφιές.

Γιώργος Θαλάσσης

Ο ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ

 Γ.Θ : Πίστεψέ με, πρέπει να το διαβάσεις... 
῾Η χαραυγὴ τοῦ Γένους μας ἐκεῖ θ’ ἀνατείλη...

-Εἴμαστε ἄντρες έμεῖς ό,τι καὶ νὰ πῆς εἴμαστε ἄντρες! εἶπε ὁ ὑποναύκληρος καθισμένος ἀνάμεσα στὸ πλήρωμα. Ἕλληνας! σοῦ λέει ὁ ἄλλος˙ δὲν εἶναι παῖξε - γέλασε. ῎Εχουμε τὰ κακά μας - δὲ λέω˙ πήραμε δρόμο στραβό, σὰν τὸ κακοκυβερνημένο πλεούμενο, μὰ δὲν εἴμαστε καὶ γιὰ πέταμα. Καὶ νὰ εἵμαστε γιὰ πέταμα, πάλι δὲ θὰ χαθοῦμε. Θέλουμε δέ θέλουμε, θὰ ζήσουμε. Θὰ ζήσουμε καὶ θὰ θεριέψουμε καί θὰ δοξαστοῦμε, ὅπως καὶ πρῶτα. Τὸ σιδερόξυλο, σιδερόξυλο εἶναι, ὅσο κι ἂν τὸ κουτσουρέψης˙ ὅσο κι ἂν τοῦ μαδήσης τὴν κορυφή, ἄν τοῦ ζεματίσης τὰ φύλλα, ἄν τοῦ πριονίσης τὰ κλαδιά. ῾Ο λέοντας, λέοντας λέγεται, ὅσο κι ἂν τοῦ ψαλιδίσης τὴ χαίτη, ἂν τοῦ κόψης τὴν οὐρά, ἂν τοῦ βγάλης τὰ νύχια, ἄν τοῦ ξεριζώσης τὰ δόντια. Φτάνει τὸ βρούχημά του νὰ σὲ πάη ριπιτί*. Τὸ ἕχει τὸ σκαρί μας, ναί· τὸ θέλ’ ἡ τύχη μας νὰ εἴμαστε πάντα μεγάλοι. Ὅπου κι ἂν γυρίσης, σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες, σὲ νότο καὶ βοριά, σ’ ἀνατολὴ καὶ δύση θὰ τὸ δῆς γραμμένο. Καὶ γραμμένο ὄχι μὲ ἀνθρώπινο κοντύλι, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο χέρι, τὸ παντοδύναμο χέρι τοῦ Δημιουργοῦ. Εἴμαστε ἄντρες, σοῦ λέω!

Νά, κοίταξε στὴν ᾽Ανατολή. ᾽Εκεῖ βγαίνει ὁ ἥλιος, ἥλιος λαμπρὸς καὶ ἀβασίλευτος - ὁ ἥλιος τοῦ Γένους μας. ῞Οποιος δὲν ἕχει μάτια, ἐκεῖνος δὲ βλέπει τὴ χαραυγή˙ ἐθνικὴ χαραυγή, πόθος καὶ καημὸς αἰ-ώνων ὅλων, ὄχι κουραφέξαλα.
Κοίταξε γύρω μας: Θάλασσα φουρτουνιασμένη, οὐρανὸς κατα-σκότεινος, στεριὲς σκουντουφλιασμένες, φορτωμένες δάκρυα καὶ φαρ-μάκι. Θεριὰ τὰ κύματα χτυπᾶνε τὸ καράβι μας. Λύσσα καὶ χολὴ μᾶς πολεμᾶ. Τὸ νερὸ δέρνει τὴ στεριά, τὴν τρώει, τὴν ξεσχίζει, τὴν πε-τσοκόβει ἅπονα, ὅσο νὰ κάμη τὰ πάντα θάλασσα καὶ ν’ ἁπλωθῆ ἀχόρταγος ρούφουλας στὸν παράνομο κόσμο.
Μὰ γύρισε κατὰ τὴν ῾Ηρακλειά. Καιρὸς διαμάντι· νερὸ τρισάγιο. Τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ ἔπεσε. ῎Εχεις ἀρρώστια; πήγαινε νὰ γιατρευτῆς. ῎Εχεις πονόματο; ἄλειψε τὰ ματόφυλλά σου ν’ ἀγναντέψης κόσμους. Εἶσαι κουφός; θ’ ἀκούσης ἁρμονίες.
Βερέμης εἶσαι; Διγενὴς έγινες. ῾Η κολυμπήθρα τοῦ Σιλωὰμ ἐκεῖ βρίσκεται γιὰ μᾶς. Κολυμπήθρα σωματική, κολυμπήθρα ψυχική, ἐθνικὴ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα. Εἶναι ἡ ῞Αγια Τράπεζα τῆς ῾Αγια - Σοφιᾶς, τὸ προσκυνητάρι τοῦ Γένους μας.
Τὴν ἄπαρτη Πόλη μας ξένου πόδι τὴν πάτησε ποδάρι Βενετσάνου. ῾Ο τυφλὸς Δάνδολος μάρανε τὰ ρόδα τοῦ προσώπου της˙ ρούφηξε τὸ τρισάγιο αἶμα της. ᾽Εννιακοσίων χρόνων ἔνδοξη ζωὴ τὴν ἔσβησε. ῾Ο Λάσκαρης, φαρμακωμένης ὣρας βασιλιάς, φεύγει μακριὰ συνεπαίρνοντας τοῦ Γένους τὴν ἐλπίδα, πὼς θὰ γυρίση πάλι μιὰ μέρα θεριεμένος ἐκδικητής. Καὶ ὁ καταχτητής, Φράγκοι καὶ Βενετσάνοι καὶ Γερμανοὶ ἀδέσποτοι, σὰν τὸ ἁψὺ πουλάρι, ποὺ τσαλαπατεῖ μὲ τὰ πέταλά του τ’ ἁβρὰ λούλουδα, χύνονται ἀπάνω της ἀχόρταγοι. Μέ τὸ σταυρό τους συντρίβουν τὸ σταυρό μας· μὲ τὴ θρησκεία τους πελεκοῦν τὴ θρησκεία μας. Γκρεμίζουν ἐκκλησιές, ποδοπατοῦν καλλιτεχνήματα, μολύνουν ἁγιάσματα, ἀποτεφρώνουν πνευματικὰ ἀριστουργήματα. Καὶ σφάζουν γέροντες, πατοῦν ἀρχόντων μέγαρα, ξαπλώνονται σὲ βασιλικὰ κλινάρια˙ νεκροὺς γυμνώνουν ἔνδοξους, ποδοκυλοῦνε στέμματα θαυμαστά. Στενάζει ἡ Βασιλεύουσα˙ μοιρολογᾶ ἡ Σιών μας! Καὶ ὁ Δάνδολος, γιὸς κουρσάρων, δὲ λησμονεῖ τὴν τέχνη τῶν πατέρων του. Κουρσεύει καὶ θέλει μὲ ξένα καὶ ἀταίριαστα στολίδια νὰ στολίση τὴ λιμνογέννητη πατρίδα του.
Γαλέρες φεύγουν καὶ γαλέρες ἔρχονται, Παίρνουν τὸν πλοῦτο μας τὸν ἀδαπάνητο, τὴ δόξα μας τὴν ἀβασίλευτη, τὴ λάμψη, τὴ σοφία, τὰ ἱερά μας. ῾Η Βενετιὰ τὰ δέχεται περίχαρη, στολίζεται καὶ καμαρώνει σὰν ξιπασμένη καὶ ἄμυαλη τσὶγγάνα. Ζώνεται τὸ σπαθὶ τοῦ Κωνσταντίνου μας τὸ βλογημένο, ποὺ ἔχει στὸ θηκάρι του τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἄστρα, τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβὶα, τὴ γῆ μὲ τὰ κάστρα της - ἱστορία χρυσόγλυπτη τοῦ ἀπέραντου Κράτους μας. Παίρνει τὴν κολυμπήθρα, ποὺ τόσοι βαφτιστῆκαν πορφυρογέννητοι, καὶ βαφτίζει μέσα τῶν ἐμπόρων τὰ παιδιά. Μὲ τὶς χρυσόπορτες τοῦ ναοῦ μας στολίζει τὸν ῞Αγιο Πέτρο της˙ στήνει στοὺς πύργους της τὸ Ρολόγι, θαῦμα τοῦ κόσμου, μὲ τοὺς Μάγους ποὺ χαιρετοῦν ταπεινοὶ τοῦ Χριστοῦ μας τὴ Γέννηση στήνει στὶς πλατεῖες της τ’ ἄλογα τ’ ἀνεμοπόδαρα, ἀκράτητου λαοῦ συμβολικὴ παράσταση.
Γαλέρες φεύγουν καὶ γαλέρες ἔρχονται. Παίρνουν τὰ πλούτη μας, τὴ δόξα, τὰ ἱερά μας. ᾽Αλλοῦ τὰ πᾶνε, στὴ Δύση τὴν τρισβάρβαρη, νὰ ἡμερέψουν κι ἐκείνους τοὺς λαούς, νὰ δοξάσουν κι ἐκείνης τὰ χώματα.
῾Η ῾Αγιοτράπεζα ὅμως δὲν ἀκολουθεῖ. ῾Η πλάκα ἡ πολύτιμη, ποὺ τὴν ἔστησε ὁ ᾽Ιουστινιανὸς στὴ μέση τοῦ Ναοῦ, λαμπρὸ ζαφείρι στὴ χρυσὴ σφεντόνα του· ἡ πλάκα ποὺ ἄκουσε τόσα Νικητήρια καὶ θυσίασε ἐπάνω της ὁ Φώτιος, δὲν πάει νὰ κλειστῆ σκλάβα στὰ δολερὰ τείχη, στ’ ἁρπαχτικὰ χέρια τοῦ ᾽Ιννοκέντιου. ῎Οχι· δὲν πάει. ῎Ανοιξε ἡ καρίνα στὰ δυὸ καὶ γλίστρησε ἡ ῾Αγιατράπεζα στὰ νερὰ τοῦ Μαρμαρᾶ. ῾Ο βοῦρκος ἔφυγε ἀπὸ κοντά της, ὅπως φεύγει ἡ ἁμαρτία τὸ Σταυρό, καὶ ὁ χρυσὸς ἄμμος στρώθηκε, κλίνη πάναγνη ἀπὸ κάτω της. Καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ μάτι, τοῦ δικαιοκρίτη καὶ παντοδύναμου, στάθηκε ἐπάνω της ἄγρυπνο, ὅπως μάνας μάτι στὴν κούνια τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ της.
Καὶ ἀπὸ τότε εἶναι ἐκεῖ καιρὸς διαμάντι, ἥλιος κατάργυρος, νερὸ τρισάγιο. Μύρο ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ βυθὸ καὶ ἁπλώνεται στὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας καὶ κάθεται χρίσμα σωματικό, χρίσμα ψυχικό, ἐθνικὸ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα! ῞Οπως ἀπὸ τὸ Δισκοπότηρο βγαίνει ἡ σωτηρία τοῦ χρὶστιανοῦ, θὰ ἔβγη ἀπὸ κεῖ καὶ ἡ δική μας ἀπολύτρωση. ῾Η χαραυγὴ τοῦ Γένους μας ἐκεῖ θ’ ἀνατείλη˙ ναί, ἐκεῖ θ’ ἀνανείλη. Προβαίνει ὁλοένα ἡ ῾Αγιατράπεζα καὶ βούλεταὶ νὰ πιάση τὴ στεριά. ᾽Αργὰ ἢ γρήγορα θὰ τὴν πιάση τὴ στεριά. Καὶ τότε σ’ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ γῆ ἀπὸ ἄκρη σ’ ἄκρη, ἀπὸ νότο καὶ βοριά, χαρούμενος ὁ ἥλιος θὰ πυρώση τοὺς δούλους, καμπάνα θὰ σημάνη σὲ κάθε μιναρὲ καὶ τὰ τζαμιὰ θὰ ἠχολογήσουν τὴ χριστιανική, τὴν ἐθνική μας λειτουργία. Καὶ τότε πάλε ἡ Χρυσόπορτα θὰ στολίση ῾Ελλήνων βασιλιάδων τὰ τρόπαια.
Τότε θὰ πάρουμε καὶ τὰ κουρσεμένα πίσω. Τὰ πλούτη μας, τὶς δόξες, τὰ ἱερά μας. Θὰ πάρουμε τὸ σπαθὶ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὴν κολυμπήθρα τοῦ Πορφυρογέννητου˙ τὶς πόρτες τοῦ Ναοῦ μας, τὸ Ρολόγι τῶν Μάγων, τ’ ἄλογα τ’ ἀράθυμα. Καὶ θὰ μείνη πάλι φτωχὴ καὶ ταπεινὴ ψαρούδισσα ἡ Βενετιά, καὶ ἡ Πόλη μας θὰ γίνη καύχημα καὶ στολίδι τῆς Οἰκουμένης, ὅπως ἦταν πρὶν τὴ μαράνη τοῦ Βενετσάνου τὸ ἀγκάλιασμα καὶ τὸ βάρβαρο ποδάρι τοῦ Τούρκου.
Ναί· θὰ ζήσουμε καὶ θὰ θεριέψουμε καὶ θὰ δοξαστοῦμε πάλι. Εἴμαστε ἄντρες ἐμεῖς˙ μωρ’ εἴμαστε ῞Ελληνες!...
Καὶ ὀρθὸς τώρα ἔριξε τὰ μάτια φλογερὰ στὶς σκοτεινὲς στεριές, σὰν προφήτης τοῦ ᾽Ισραήλ, ὑμνώντας τὴ Γῆ τῆς ᾽Επαγγελίας, ὁ ὑποναύκληρος. Καὶ δὲν ἦταν, ὄχι, ὁ ναύτης ὁ ταπεινός. ῏Ηταν ὁ ῾Ελληνισμὸς ὁλόκληρος, μὲ τὴν ἀκλόνητη πίστη στὶς παραδόσεις καὶ τοὺς θρύλους του.
Απόσπασμα από τα
«Λόγια τῆς Πλώρης»
του  Ἀνδρέα Καρκαβίτσα

Για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά που θα 'ρθει.

Αυτός ο Άγιος Κοσμάς, ο θεοφώτιστος άνθωπος, ο αγιασμένος, το αγιασμένο αυτό σκεύος του Αγίου Πνεύματος, είλθε και είπε ότι θα γίνει ένας 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Είπε πολλά επαλήθευσε, θα επαληθεύσουν και τα υπόλοιπα.
Λοιπόν ο Άγιος Κοσμάς είπε ότι θα γίνει 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος. Θα αραιώσουν οι άνθρωποι πάρα πολύ, θα κάνει ένας άνθρωπος μια μέρα διαδρομή να συναντήσει άνθρωπο να τον καλέσει αδελφό του.
Θα χυθεί πάρα πολύ αίμα πάνω στην Κωνσταντινούπολη. Τόσο αίμα θα χυθεί που τριών ετών δαλάλι θα πλεύσει πάνω στο αίμα.Το αίμα θα φτάσει λέει μέχρι την άβυσο, δηλαδή μέχρι τον πυθμένα της θάλασσης, εκεί.
Όπως ο άγγελος, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, όταν εξέπεσε το αγγελικό τάγμα του Εωσφόρου και είπε "Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου" και σταμάτησε εκεί η κατάρευσις του αγγελικού αυτού...
τάγματος που κατέληξε να γίνει δαιμονικό, έτσι λέγει ο Άγιος Κοσμάς θα μιλήσει και τότε και θα σταματήσει ο πόλεμος, "Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου" και θα σταματήσει ο πόλεμος!Και η νίκη κατά την προφητεία του, θα δοθεί εις τους Έλληνες!

Και λέγει ότι, το ένα τρίτο των Τούρκων θα σφαγεί, δηλαδή θα σκοτωθεί!Το ενα τρίτο, θα φύγει στα βάθη της Μικράς Ασίας!Και το άλλο τρίτο, θα γίνουν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, διότι θα κατάγονται από ελληνικό αίμα, απο το παιδομάζωμα των Τούρκων.
Ως την ιστορία, όπως έχουμε διδαχθεί, ότι κάποτε οι Τούρκοι εκάναν παιδομάζωμα, μαζέυαν τα παιδάκια τα μικρά και κάνανε τον καλύτερο στρατό, τους Γενιτσάρους, που αυτά τα παιδιά σαν γενναίος στρατός, εμάχετο με τα ελληνόπουλα τα άλλα και αυτά ήταν ελληνόπουλα, αλλά δεν ήξεβραν ότι είχανε γονείς Ορθοδόξους και Έλληνες! Λοιπόν, απ' αυτή τη σπορά την ελληνική, απ' αυτό το αίμα το ελληνικό και Ορθόδοξο, αυτό είναι το ενα τρίτο των Τούρκων θα γίνουν Χριστιανοί.Και μετά, υπάρχει κοιμόμενος στρατηγός, ονόματι Ιωάννης, ο οποίος τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ θα υποδείξει εις τους Χριστιανούς ότι, αυτός θα βασιλεύσει τώρα, θα τους υποδείξει με το δάχτυλό του τον τόπο και θα τον καλέσουν να ηγηθεί και να βασιλεύσει εις τον ελληνικό και ορθόδοξο λαό και θα γίνει αυτό!

Πρίν απο χρόνια, εις το Άγιον Όρος, ήταν ένας Αρχιερεύς ονόματι Ιερόθεος, αυτός ήρθε απο την Μικρά Ασία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον έβαλε στο Άγιον Όρος να κάμνει χειροτονίες, μνημόσυνα, λειτουργείες και λοιπά. Ήτανε ένας Άγιος αρχιερέας, στον τύπο του Αγίου Νικολάου.Απο αυτόν τον Άγιον αρχιερέα, αξιώθηκα της ιεροσύνης. Απο την Μικρά Ασία, ευλογημένος άνθρωπος του Θεού.

Ένα θα σας πω, αγρυπνίες που κάμναμε, 15 ώρες αγρυπνία. Αυτός ο άνθρωπος, ογδοηκοντούτης γέρωον, δεν εκάθητο καθόλου στο κάθισμα.Απο τον θρόνο κατέβαινε στο στασίδι, πάλι όρθιος και στην λειτουργία, 3 ώρες που ακολουθούσε μετά την πολύωρη ακολουθία του όρθρου, όρθιος, του βάζαμε μια καρέκλα να καθήσει και δεν ήθελε, λέει, ακόμη η Παναγία μας δεν με κούρασε και ας έτρεμε όλος απο την κούραση. Αυτός ο Άγιος αρχιερέας αυτός μας είπε, αυτός είδε τον κοιμώμενο αυτόν στρατηγό Ιωάννη, που θα αναστηθεί όταν θα γίνει ο 3ος μεγάλος αυτός Παγκόσμιος Πόλεμος! Τον είδε! Διότι χείλη αρχιερέως και ιερέως ου ψεύδονται.Λοιπόν, μας είπε την αλήθεια και τον ρωτήσαμε διότι ζούσε τότε και ο μακαριστός μου και Άγιος Γέροντας μου και όλοι μαζί συνοδεία τον είχαμε πάρει στο εκκλησάκι μας και εκεί καθήσαμε και του κάμναμε τις ερωτήσεις και μας τα έλεγε, τα ακούσαμε με τα αυτιά μας. Λέει, υπάρχει αυτός ο κοιμώμενος Βασιλεύς και θα αναστηθεί.
Του λέμε πότε Γέροντα, πότε Άγιε αρχιερέα του Θεού; Λέει όταν θα γίνει ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος.Επίσης μας είπε, ότι το δεξί του χέρι είναι στην λαβή του σπαθιού, το οποίο σπαθί είναι μες στη θήκη και μας έλεγε όταν το σπαθί θα βγεί απο την θήκη του, τότε θα γίνει ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Εμείς με την περιέργια μας του λέμε, σεβασμιότατε πόσο είναι το σπαθί μέσα στη θήκη;Ολίγοι, ολίγοι πόντοι εναπέμειναν για να βγεί, λέει! Και όταν το 55', έγιναν εκείνοι οι βανδαλισμοί επάνω στην Κωνσταντηνούπολη και οι Τούρκοι εκάνανε τόσες ασχήμιες, στούς αρχιερείς και ιερείς και εκκλησίες και στα μαγαζιά των ορθοδόξων Ελλήνων, τότε εγώ ήμουνα στο ασκητήρι των Αγίων Αναργύρων και βλέπω τον αρχιερέα έξω απο το ασκητήρι, ασκεπή, στενοχωρημένον, αναμμένον, ιδρωμένον και τρέχω έξω και του λέγω, Σεβασμιώτατε περάστε μέσα να σας δώσω ένα ποτήρι νερό, γιατί είστε έτσι; Και μου λέει, παιδί μου, λέει, διάκο, μου λέει, ξέρεις μήπως είναι τώρα, λέει, που θα γίνει ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος, λέει, γιατί αυτοί οι βανδαλισμοί, μήπως είναι η αρχή του πολέμου; Και φοβόμουν μην γίνει η Δευτέρα Παρουσία και αναστηθεί ο Βασιλεύς και λοιπά.

Και δεν ήταν βέβαια εκείνη, δεν ήρθε ακόμη η ώρα, αλλά υπέθεσε ο άνθρωπος, γιατί γινόντουσαν εκείνα πάνω στην Κωνσταντινούπολη. Και εν συνεχεία λέγει ότι: Αφού βασιλεύσει αυτός ο Άγιος Βασιλεύς, τότε αυτός θα ζήσει 33 χρόνια. Η ζωή αυτών τω χρόνων, θα είναι μια ζωή παραδεισένια πάνω στη γή και απο απόψεως αγαθών και απο απόψεως πίστεως.

17.11.15

[//73]

Επιστολή 4

Η προσευχή και οι μορφές της στον σύγχρονο κόσμο.
Η λειτουργική προσευχή. Πώς πρέπει να προσευχόμαστε.
Ste Genevieve-des-Bois
11 Δεκεμβρίου 1958
Αγαπητή Μαρία,
Ειρήνη σ’ εσένα και σε όλους σας από τον Κύριο.
Πλησιάζουν οι ημέρες των Χριστουγέννων και του Νέου έτους. Στέλνω σε όλους σας τις καλύτερες ευχές και την ευλογία μου. Κάθε ημέρα παρακαλώ τον Θεό να σας διαφυλάσσει και να πληθαίνει σε όλους σας τις δωρεές του υπέρτατου αγαθού, που είναι η γνώση του Θεού και η αγάπη του Χριστού. Συγχρόνως εύχομαι επίσης σε όλους σας πλήρη ευημερία στα βιοτικά, ειρήνη, επάρκεια, υγεία και μακροημέρευση.
Φαίνεται λοιπόν ότι το γράμμα μου της 3ης Νοεμβρίου έφθασε σε σας. Η μακρά σιωπή σου με οδήγησε στη σκέψη ότι αυτό χάθηκε. Ετοιμαζόμουν ήδη να σου γράψω εκ νέου, αλλά να που έλαβα το δικό σου. Επιμένεις να σου απαντήσω στα ερωτήματα που διατύπωσες σ’ ένα από τα προηγούμενα γράμματά σου[1]. Ας γίνει όπως θέλεις εσύ. [//74] Εφόσον όμως η ίδια κάλλιστα αναγνωρίζεις ότι τα ερωτήματά σου είναι πολύ περίπλοκα, τότε μην ζητάς τη λύση όλων των δυσκολιών σου στα λίγα εκείνα λόγια που θα μπορέσω να σου γράψω.
Η προσευχή είναι εσωτερική πράξη του πνεύματός μας. Το πνεύμα μας μπορεί να εκφραστεί με τις πιο ποικίλες μορφές. Όχι σπάνια, και ενδεχομένως μάλιστα ιδιαίτερα συχνά, με τη σιωπή μας ενώπιον του Θεού. Σιωπούμε, γιατί ο Θεός γνωρίζει όλο το βάθος της σκέψεώς μας, όλες τις προσδοκίες της καρδιάς μας, αλλά δεν είμαστε πάντοτε ικανοί να τις εκφράσουμε με λόγια. Ο Θεός όμως κατανοεί τις μυστικές κινήσεις της καρδιάς μας και απαντά σε αυτές.
Φοβούμαι λίγο ότι εσύ δεν υπολογίζεις αυτό ακριβώς που είπαμε πιο επάνω· ότι τείνεις να εκλάβεις την προσευχή ως στάση μπροστά στις εικόνες με τον προφορά τυπικών εκφράσεων που θεσπίστηκαν από αιώνες (προσευχές Όρθρου και Εσπερινού ή Ψαλμών και τα παρόμοια). Βέβαια και στο είδος αυτό της προσευχής μπορεί κάποιος να συνηθίσει από τη νεότητά του και να το επιτελεί κάθε ημέρα. Αυτό όμως είναι τελείως ανεπαρκές, και η προσευχή αυτή δεν εξαντλεί καθόλου το θέμα της προσευχής.
Παρατηρώ ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι γίνονται ολοένα [//75] και λιγότερο ικανοί γι’ αυτό ακριβώς το είδος της προσευχής. Το φαινόμενο αυτό το αποδίδω στην εντεινόμενη διανοητική δραστηριότητα των ανθρώπων. Ο νους μας βρίσκεται σε συνεχή σχεδόν διέγερση από το πλήθος των κάθε είδους εντυπώσεων που μας προσεγγίζουν κατά τη διάρκεια της ημέρας· των εντυπώσεων της οράσεως και της ακοής. Από το πρωΐ αρχίζει ο εγκλωβισμός των ανθρώπων των πόλεων, αλλά τώρα και των χωριών, στην κοσμική ζωή, που παρασύρει τον νου και τη φαντασία μας στην εξέλιξη των γεγονότων και τα αισθήματά μας στη συμμετοχή σε αυτά.
Πώς λοιπόν με τους όρους αυτούς να αναχθούμε σ’ εκείνη την ησυχία του νου και την ηρεμία της καρδιάς, που είναι πράγματα τόσο απαραίτητα για την προσευχή; Να το ερώτημα. Σε αυτό θα επανέλθουμε πάλι κάποτε, αν ο Θεός ευδοκήσει, ενώ τώρα θα μεταφερθώ λίγο σε άλλο θέμα, στην προσωπική σου περίπτωση.
Γράφεις ότι, όταν βλέπεις την ανικανότητά σου να βρεις την προσευχή, όταν σταθείς σε προσευχή, συναισθάνεσαι τη μηδαμινότητά σου. Και αυτό σε αποκαρδιώνει. Μην αποθαρρύνεσαι. Μην ανησυχείς πολύ με αυτή την περίπτωση. Να παρασταθεί κάποιος ενώπιον του Θεού δεν σημαίνει καθόλου να «σταθεί μπροστά στις εικόνες», αλλά να Τον αισθανθεί στο βάθος της συνειδήσεώς του ως Εκείνον που γεμίζει με την παρουσία Του τα πάντα. Να Τον ζήσει ως την αληθινή Πρωταρχική Πραγματικότητα από την οποία προέρχεται ο κόσμος στην τάξη της κατώτερης, δεύτερης δημιουργημένης κτιστής πραγματικότητος. Γι’ αυτό μπορεί να είναι κατάλληλη η κάθε στάση στην οποία βρίσκεται το σώμα: είτε κατακλίνεται, είτε βαδίζει, είτε κάθεται, είτε στέκεται και τα παρόμοια.
Αν ο νους και η καρδιά σου δοκιμάζουν προσευχητική διάθεση κατά την ανάγνωση της Αγίας Γραφής, τότε [//76] μένε σε αυτήν όσο δεν διακόπτεται η προσευχητική αυτή διάθεση. Ο κανόνας είναι ο εξής: Κάθε λόγος, κάθε θέση του σώματος, στα οποία ο νους και η καρδιά ενώνονται σε μια ζωή της μνήμης του Θεού, δεν πρέπει να αλλάζει, ωσότου εξαντληθεί ο νους ή η καρδιά ή το σώμα.
Οι παρατηρήσεις μου επάνω στους σύγχρονους ανθρώπους με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι βολικότερο γι’ αυτούς να προσεύχονται στους ναούς, ιδιαίτερα κατά τη Λειτουργία. Η λειτουργική προσευχή με τη συχνή θεία μετάληψη αποτελεί το πλήρωμα. Αλήθεια, για να πραγματοποιηθεί αυτό, είναι απαραίτητο να την ζει κάποιος και να την κατανοεί. Τότε αποκαλύπτεται ότι η Λειτουργία αγκαλιάζει με τη χάρη της όλη τη ζωή μας· σ’ αυτήν περικλείονται όλα τα επίπεδα του είναι μας κατά την αναφορά του προς τον Θεό. Η Λειτουργία, αν βεβαίως βιώνεται με όλο το είναι μας, επιτρέπει να τη ζήσουμε ως αληθινά Θεία Πράξη, που περιλαμβάνει όχι μόνο αυτό τον ορατό κόσμο, αλλά και όλον εκείνον που άπειρα ξεπερνά τα όριά του. Μη εμβαθύνοντας στον χώρο αυτό ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να περιπέσει στη συνήθεια που τον ερημώνει και τον νεκρώνει. Είναι απαραίτητο να αυξάνει αδιάκοπα στη γνώση του Θεού και να μην επιτρέψει να μετατραπεί η Λειτουργία σε λεπτομέρεια της ευσεβούς βιοτής μας. Επειδή ακριβώς η ζωή μας έγινε φτωχότερος χώρος για τη Λειτουργία, ζήσαμε όλοι τη βαθειά κρίση. Οι άνθρωποι άρχισαν να στρέφονται με μεγάλη ικανοποίηση σε κάθε είδους ανάγνωσμα ή διασκέδαση, προτιμώντας αυτά αντί της Λειτουργίας. Με αυτό τον τρόπο αναπαύονταν καλύτερα και μάλιστα ικανοποιούσαν την απαίτηση να αυξάνουν τις γνώσεις τους. Αυτό είναι πλήρως κατανοητό και δικαιολογημένο. Ο άνθρωπος κατά τη φύση του είναι όν που τείνει προς την τελειότητα, προς τη γνώση, και ακόμη προς την απόλυτη γνώση και το πλήρωμα του [//77] Είναι. Να λοιπόν το παράδοξο: Εξαιτίας της τάσεως αυτής προς την απόλυτη τελειότητα, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, οι άνθρωποι απομακρύνονται από εκείνο τον «χώρο», ο οποίος δόθηκε από τον Θεό ακριβώς για την απόκτηση της γνώσεως και της ζωής αυτής.
Θα σου πω λίγα λόγια και για ένα επιπλέον πρόβλημα της εποχής μας. Δυστυχώς οι μορφές της εκκλησιαστικής ζωής και των ακολουθιών που θεσπίστηκαν δια μέσου των αιώνων δεν ανταποκρίνονται  εντελώς στις αναζητήσεις και τις ανάγκες των συγχρόνων ανθρώπων. Και αυτό είναι κατανοητό. Οι μορφές αυτές δεν σχηματίστηκαν σε δικές μας εποχές, αλλά για ανθρώπους άλλης διανοητικής και ψυχολογικής αναπτύξεως και άλλης εμπειρίας της ζωής. Το πρόβλημα όμως αυτό στην Εκκλησία είναι εξαιρετικά περίπλοκο, και ως εκ τούτου η επίλυσή του προς το παρόν για ιδιαίτερες περιπτώσεις επιτυγχάνεται με αυτό τον τρόπο: Μερικοί άνθρωποι μη αποκομίζοντας από τις μορφές των εκκλησιαστικών ακολουθιών απαντήσεις για όλες τις ανάγκες τους, αισθάνονται επιπλέον την ανάγκη να αναπληρώσουν αυτή την έλλειψη στο σπίτι τους με μεγάλο τίμημα απώλειας δυνάμεως και χρόνου.
Ο επίσκοπος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ πριν από εκατό περίπου χρόνια έργραφε ότι ήδη στον καιρό του ακόμη και οι μοναχοί στα μοναστήρια, μη αποκομίζοντας από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και την προσωπική χειραγώγηση όλα όσα τους χρειάζονται, είχαν την ανάγκη να διαβάζουν εντατικά τη Γραφή και τα έργα των Πατέρων. Χωρίς αυτά δεν μπορούσαν να προοδεύσουν[2]. Ακόμη περισσότερο ισχύουν όλα αυτά για τους συγχρόνους [//78] μας που ζουν στον κόσμο, και μάλιστα στον κόσμο που δεν προσεύχεται και έχει λησμονήσει τον Θεό.
Έτσι λοιπόν, μην ανησυχείς για την ανικανότητά σου να συγκεντρωθείς, όταν στέκεσαι στην προσευχή. Κράτησε πριν απ’ όλα τη μνήμη του Θεού και την ειρήνη της καρδιάς. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σένα, εφόσον δεν το κατέχεις ισχυρά. Πρόσεχε, μη δαπανάς χωρίς όφελος τις λίγες σωματικές σου δυνάμεις.
Για να βρεις τον σωστό δρόμο, είναι καλύτερο απ’ όλα να το ζητήσεις από τον ίδιο τον Θεό στην προσευχή:
«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα … Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου … Δίδαξέ με να σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες … Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου … Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια … Εγώ  με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, διόρθωσέ τα όλα Εσύ ο ίδιος, και ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα … Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού … Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους, που οδηγούν στο σκοτάδι … αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ώ Φως του κόσμου».
Κι έτσι, με δικά σου λόγια, να προσεύχεσαι για όλα με τον ίδιο τρόπο. Θα περάσει κάποιος χρόνος και η δύναμη των λόγων αυτών θα εισχωρήσει στο εσωτερικό της υπάρξεώς σου, και τότε θα ρεύσει αυτομάτως ζωή, όπως ακριβώς θέλει ο Κύριος. Κρίνοντας όμως εξωτερικά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τίποτε.
Αλήθεια, όλο το νόημα της ζωής βρίσκεται στο να ζει [//79] ο νους και η καρδιά μας με τον Θεό· να γίνει ο Θεός η ζωή μας. Αυτό και μόνο ο ίδιος ζητά. Γι’ αυτό και δημιουργηθήκαμε, για να ζήσουμε τη ζωή Του, και μάλιστα σε όλη την απειρότητά της … Ο λόγος αυτός μπορεί να μας τρομάζει όταν βλέπουμε την τωρινή οικτρή κατάστασή μας, αλλά έτσι είναι, και δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη αυτή. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι να υποβιβάσουμε και να μειώσουμε την ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε «προσωπικές» σχέσεις μαζί Του, σχεδόν «ανθρώπινες» … Ελπίζω ότι με αντιλαμβάνεσαι. Καταλαβαίνεις ότι με τον όρο αυτό εννοώ τον εσωτερικό, ενδόμυχο σύνδεσμο με τον Θεό. Γιατί ο άνθρωπος κλήθηκε για τη ζωή εν Αυτώ, δηλαδή όχι μόνο η ανώτερη ικανότητά του για θεωρία, το «πνεύμα», αλλά και τα αισθήματα, η ψυχή, ακόμη και το σώμα …
Να ακόμη μία προσευχή:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Μονογενές Υιέ του Ανάρχου Σου Πατρός, διάνοιξε τους οφθαλμούς της εσκοτισμένης ψυχής μου, για να δω συνετά Εσένα, τον Δημιουργό και Θεό μου.
»Σε παρακαλώ: Μη με απορρίψεις από το Πρόσωπό Σου, αλλά, παραβλέποντας όλη την αθλιότητά μου, όλην την ταπεινότητά μου, φανέρωσέ μου το Φως Σου, ώ Φως του κόσμου, και δος μου να γνωρίσω την αγάπη Σου προς τον άνθρωπο.
»Ώ, γλυκύτατε Χριστέ, που εξαπέστειλες από τον Πατέρα στους αγίους μαθητές και αποστόλους Σου το Πνεύμα το Άγιο, Αυτό, Αγαθέ, κατάπεμψε και σε μας τους αναξίους και έτσι δίδαξέ μας τη γνώση Σου και φανέρωσέ μας τις οδούς της σωτηρίας Σου.
»Λάμψε σε μένα, ο Θεός, ο Θεός μου, το Φως Σου το [//80] αληθινό, για να δω και εγώ στο Φως Σου τη Δόξα Σου ως Μονογενούς παρά Πατρός, και να μορφωθεί μέσα μου η Εικόνα Σου η ακατάληπτη, σύμφωνα με την οποία δημιούργησες κατ’ αρχάς τον άνθρωπο.
»Ώ, ο Θεός, ο Σωτήρας μου, το Φως του νου μου και το Κραταίωμα της ψυχής μου, ας σκηνώσει σε μένα η αγαθότητά Σου, για να παραμένω και εγώ αδιάλειπτα σε Σένα, φέροντας παντοτινά μέσα μου το Πνεύμα Σου το Άγιο, ώστε να δώσει σε μένα να ομοιωθώ μαζί Σου, τον μόνο Κύριό μου, όπως ομοιώθηκαν μαζί Σου όλοι οι ανά τους αιώνες άγιοί Σου.
»Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ, κατά την αμετάθετη επαγγελία Σου, έλα μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο  και σκήνωσε μέσα μου».





[1] Στο γράμμα προς τον Γέροντα Σωφρόνιο της 26ης Σεπτεμβρίου 1958 η Μαρία περιέγραφε με λίγα λόγια την πνευματική της πορεία, για το πώς προέκυψε «αιφνίδια μεταβολή, όταν μπόρεσε να διαβάσει για τον άγιο Σιλουανό». «Πραγματικά κατάλαβα», γράφει η Μαρία, «ότι κανένας από μας δεν μπορεί να πορευθεί πιο πέρα, ότι ο Σιλουανός έχει τα ρήματα της αιώνιας ζωής. Και να που έκτοτε άρχισαν οι μεγάλες δυσκολίες. Από τη μια πλευρά δεν έχω καμία αμφιβολία ή απορία. Έχω τον πόθο να πορευθώ την οδό αυτή, και παρ’ όλα αυτά νιώθω να χάνομαι. Δεν γνωρίζω, δεν εννοώ, γιατί ενώ έχω τόσο φλογερή δίψα να προσεύχομαι όταν διαβάζω κάτι από την Αγία Γραφή, μόλις όμως σταθώ στην προσευχή, αδυνατώ ακόμη και έναν λόγο να προφέρω, όλες ξαφνικά οι αισθήσεις με πνίγουν, αδειάζει το κεφάλι, κρυώνει η καρδιά! Τι σημαίνει αυτό; Η πνευματική μου ασθένεια με τρομάζει. Ποτέ δεν ήμουν θαμπωμένη από τις ικανότητές μου, αλλά ότι είμαι μηδαμινή μέχρι τέτοιου σημείου, επίσης ποτέ δεν το υποψιάστηκα …».
[2] Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Προσφορά στον σύγχρονο μοναχισμό, τόμ. 5, Νέα Υόρκη 1968, σ. 57, 58, 77.