10.5.15

ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΕΞ


ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΣ ΝΑΝΟΥ
Ακόμη κι αν υπάρχει πλατωνικός έρωτας -πράγμα για το οποίο αρκετοί αμφιβάλλουν- σίγουρα δεν τον επινόησε ο Πλάτων. Ο αρχαίος Ελληνας φιλόσοφος δεν καταδίκαζε το σωματικό έρωτα, ούτε ύμνησε τη σεξουαλική αποχή, ισχυρίζεται Αμερικανός ερευνητής. Οπως αποκαλύπτει σε έρευνά του, το τόσο διαδεδομένο στερεότυπο περί «πλατωνικού έρωτα» δεν έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα, αλλά είναι μεταγενέστερη επινόηση της... Αναγέννησης!
«Ο Πλάτων δεν υπερασπιζόταν ούτε την ακολασία ούτε την αποχή. Ηθική ήταν γι' αυτόν η μέση οδός, μεταξύ ευχαρίστησης και ασκητισμού, και ο ίδιος αντιμετώπιζε το σεξ ως ένα φυσικό κομμάτι του έρωτα», εξηγεί ο δρ Τζέι Κένεντι, ιστορικός και φιλόσοφος της επιστήμης από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, που προκάλεσε πέρυσι διεθνή αίσθηση με τη θεωρία του, η οποία «έσπασε» έναν κρυμμένο κώδικα στα έργα του Πλάτωνα. Στα χνάρια του Πυθαγόρα, ο Πλάτωνας χρησιμοποιούσε μια μυστική διάταξη συμβόλων, προκειμένου να δώσει στο «Συμπόσιο», τον «Φαίδρο» και στα άλλα κείμενά του μουσική δομή, ισχυρίζεται ο δρ Κένεντι. Σήμερα επανέρχεται με μία ακόμη συναρπαστική θεωρία, που αποκαλύπτει πολλά κρυμμένα «κλειδιά» στο έργο του αρχαίου Ελληνα φιλοσόφου. «Ελπίζω να ψυχαγωγηθεί διαβάζοντας γι' αυτήν το ελληνικό κοινό, που είναι φορτωμένο με προβλήματα», λέει ο ίδιος σε επικοινωνία του με τον «Α».
Σύμφωνα με το δρα Κένεντι, το στερεότυπο περί «πλατωνικού έρωτα» σχετίζεται με μία μεγάλη παρανόηση. «Υπάρχουν αποσπάσματα σε έργα του Πλάτωνα που φαίνονται ενάντια στο σεξ, οι αρχαίοι συγγραφείς, όμως, δεν ερμήνευαν τον Πλάτωνα μ' αυτόν τον τρόπο. Στην Αναγέννηση, οι βασίλισσες και άλλες γυναίκες στις αυλές των παλατιών στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Αγγλία ήταν αυτές που διέδωσαν την ιδέα ότι ο έρωτας μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα σε ψυχές! Χρησιμοποίησαν τη φήμη του Πλάτωνα ως ιδιοφυΐας για να κάνουν τους άντρες να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στο μυαλό τους και όχι στο σώμα τους. Ο όρος "πλατωνικός έρωτας" μπήκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες εκείνη την εποχή», τονίζει ο Αμερικανός ερευνητής.
Ερωτικά πάθη
Μερικά αποσπάσματα του Πλάτωνα υμνούν το ερωτικό πάθος. Αφηγούνται ιστορίες για αποπλανήσεις και αντιμετωπίζουν το σεξ ως ένα βήμα προς την αληθινή και διαρκή αγάπη. Για τον Πλάτωνα, ετεροφυλοφυλικές, ομοφυλοφυλικές και αμφιφυλοφιλικές τάσεις ήταν όλες φυσικές. Την άποψη αυτήν ενισχύει ο μουσικός κώδικας που βρήκε στους πλατωνικούς διαλόγους ο δρ Κένεντι. Σύμφωνα με τη θεωρία του, στα πλατωνικά κείμενα τα θετικά νοήματα τοποθετούνταν στις νότες που θεωρούνται αρμονικές, ενώ τα αρνητικά νοήματα στις δυσαρμονικές. Είναι ενδεικτικό ότι μία περίφημη ερωτική σκηνή που περιγράφει σε έργο του την τοποθέτησε πάνω σε αρμονική νότα, προφανώς για να της προσδώσει θετικό νόημα: δύο νεαροί εραστές βρίσκονται σφιχταγκαλιασμένοι και ο Ηφαιστος προσφέρεται να τους συγκολλήσει για να τους ενώσει σωματικά για το υπόλοιπο της ζωής τους!
Με σπουδές μαθηματικών και ηλεκτρονικών υπολογιστών στο Πρίνστον και διδακτορικό στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία στο Στάνφορντ, ο δρ Τζέι Κένεντι ασχολείται συστηματικά εδώ και χρόνια με το πλατωνικό έργο. Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Acumen» το βιβλίο του «The Musical Structure of Plato’s Dialogues» («Η μουσική δομή των διαλόγων του Πλάτωνα»), ενώ το φθινόπωρο θα δώσει σεμινάρια μ' αυτό το θέμα στη Νέα Υόρκη και το Ρίο Ντε Τζανέιρο. «Κάθε πολιτισμός έχει μία διαφορετική προσωπικότητα. Ο Πλάτων όχι μόνο άσκησε μεγάλη επιρροή στη δυτική φιλοσοφία και επιστήμη, αλλά δημιούργησε το στιλ της προσωπικότητας των Ευρωπαίων. Κατά κάποιον τρόπο όλοι μας είμαστε χαρακτήρες των έργων του. Διαβάζοντας τον Πλάτωνα είναι σαν να διαβάζουμε για τη γέννηση του πολιτισμού μας και τελικά για εμάς τους ίδιους», παρατηρεί ο ερευνητής.
Οπως λέει, υπάρχουν πολλά ακόμη μυστικά κρυμμένα στα πλατωνικά κείμενα. «Το βιβλίο μου είναι σαν ένα εγχειρίδιο αποκωδικοποίησης που αποκαλύπτει πολλές πλευρές της πλατωνικής φιλοσοφίας, οι οποίες ξαφνιάζουν».
Η θεωρία του δρος Κένεντι κατάφερε να ταράξει τα νερά στο πεδίο της επιστημονικής μελέτης της πλατωνικής φιλοσοφίας, βρίσκοντας υποστηρικτές και πολέμιους. Επιστήμονες που απορρίπτουν την ύπαρξη κρυμμένων συμβολισμών στα έργα του Πλάτωνα ετοιμάζουν ένα συλλογικό τόμο, στον οποίο θα επιχειρήσουν να αντικρούσουν τη θεωρία του Αμερικανού ερευνητή.

DE MAGISTRO ΠΕΡΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

Η πρώτη συζήτηση του Αυγουστίνου για την έννοια των σημείων εμφανίζεται στην αρχή του De Magistro. Αυτό το έργο, γραμμένο περίπου το 389, είναι ένας διάλογος μοναδικός και ιστορικός, όπως ισχυρίζεται ο Αυγουστίνος στις Εξομολογήσεις, μεταξύ αυτού και του γιου του, Αδεοδάτου. Μάλιστα, εξηγεί ο ίδιος, γιατί ασχολείται τόσο με τους κανόνες της Γραμματικής101. Η έρευνα αυτή αφορά το νόημα των σημείων και των προφορικών λέξεων συγκεκριμένα, οι οποίες είναι οι πιο κοινές και οι πιο σημαντικές από τα σημεία. Γιατί χρησιμοποιούμε τα σημεία; Είναι μια ερώτηση που κάνει ο Αυγουστίνος για να ανοίξει τον διάλογο. Ο σκοπός των όσων λέγονται, μας έχουν πει, ότι είναι «είτε για να διδάξουμε είτε για να θυμίσουμε κάτι σε άλλους ή στους εαυτούς μας» 102. Άλλοι προφανείς σκοποί είναι να ρωτήσουμε κάτι για να μάθουμε, όλοι οι σκοποί μπορούν να τεθούν ως: για τις ερωτήσεις, δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να διδάσκουμε σε άλλους ανθρώπους αυτό που θέλουν να μάθουν. Αλλά υπάρχουν πιο σοβαρές αντιρρήσεις που πρέπει να απαντηθούν, οι απαντήσεις των οποίων δίνουν μια αίσθηση για το πόσο ευρύ είναι το φάσμα των λειτουργιών που θα πρέπει να αποδοθούν στο «υπενθυμίζοντας» και στη μνήμη. Έτσι, η ένσταση είναι ότι ο Χριστός δίδαξε τους μαθητές του να προσεύχονται με ένα σύνολο μορφών των λέξεων, ενώ ο Θεός δεν μπορεί να έχει την ανάγκη να διδαχθεί από τις επιθυμίες των ανθρώπων. Αυτή η δυσκολία λύνεται αν πούμε ότι ο Χριστός «δεν τους δίδαξε λέξεις αλλά πραγματικότητες μέσω των λέξεων» . Έτσι είναι σαν να θυμίζει σε κάποιον να προσευχηθεί και γιατί πρέπει να προσευχόμαστε. Έτσι η ομιλία είναι μια υπενθύμιση στο νου, δεδομένου ότι η μνήμη στη οποία αποθηκεύονται τα λόγια, εξετάζοντάς τα, φέρνει στο νου την πραγματικότητα την ίδια που οι λέξεις είναι σημεία της103. Στην συνέχεια το κοινό έδαφος στο οποίο προχωρά η έρευνα που άρχισε στο κεφάλαιο II για το τι σηματοδοτούν οι λέξεις. Το πρώτο μέρος του επιχειρήματος που επεκτείνεται στα επόμενα πέντε κεφάλαια και συνοψίζεται στο VIII αποσκοπεί στο να μας υποδείξει ότι τα σημεία είναι στοιχεία που αποσπούν την προσοχή του νου και 101 Ulich, Educational Wisdom, pg. 149. 102 S. Augustini, De Magistro, PL 32, I 1, 1195: “…nec docere illum qui commemorat, non resisto tibi: et duas iam loquendi causas constituo, aut ut doceamus, aut ut commemoremus vel alios vel nosmetipsos;…” 103 R. A. Markus, St. Augustine on Signs, http://www.jstor.org/stable/4181613, pg. 66. - 61 - τίποτα ως εκ τούτου δεν μπορεί να διδαχθεί χωρίς τα σημεία. Η έννοια του σημείου, τι αυτό σηματοδοτεί, μπορεί να αναπτυχθεί μέσω περισσοτέρων σημείων, όπως για μια λέξη δίνουμε συνώνυμα. Οι μόνες εξαιρέσεις σε αυτό το στάδιο του διαλόγου είναι οι λέξεις που παρουσιάζουν πράξεις, το νόημα των οποίων μπορεί να παρουσιαστεί εκτελώντας την πράξη. Ο Αδεοδάτος εδώ σωστά επισημαίνει πως δεν γίνεται να κατανοήσουμε μια λέξη χωρίς να έχουμε μια ένδειξη (πράξη) για να γίνει αυτό. Έτσι προτείνει ότι εκτός από την ομιλία, η διδασκαλία θα έπρεπε να έχει και άμεσα παραδείγματα. Αλλά δεδομένου ότι η ίδια ομιλία αποτελείται από σημεία, εξακολουθεί να μην υπάρχει κάτι που μπορεί να διδαχθεί χωρίς σημεία. Η δημιουργία αυτού του συμπεράσματος αποτελεί το επίκεντρο του πρώτου μέρους του έργου. Έτσι περνάμε στο δεύτερο μέρος του διαλόγου που ασχολείται με τα σημεία που αποτελούν ενδείξεις για άλλα σημεία104. Το μέρος αυτό αρχίζει με την πολύ καθυστερημένη διάκριση μεταξύ της χρήσης και της αναφοράς, η διαφορά για παράδειγμα όταν αναφέρουμε τον «άνθρωπο» ως ουσιαστικό και όταν αναφέρουμε τον «άνθρωπο» σαν ον. Για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτή την διάκριση θα πρέπει να παραμελήσουμε αυτό που λέει ο Αδεοδάτος, δηλαδή ότι «για ότι μιλάμε θα πρέπει να τα σηματοδοτούμε» και ότι «αυτό που βγαίνει από το στόμα του ομιλητή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό που σηματοδοτεί, αλλά είναι το σημείο εκείνο το οποίο σηματοδοτεί». Ο Αδεοδάτος συνεχίζει και αρνείται την δυνατότητα της διάκρισης των λέξεων μεταξύ της χρήσης και της αναφοράς τους και αναφέρει: «η εξαίρεση (σε αυτόν τον κανόνα) είναι όταν τα σημεία από μόνα τους σηματοδοτούν». Εκτός από αυτές τις εξαιρέσεις, γενικά, χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να μιλήσουμε για πράγματα που αντιπροσωπεύουν με σκοπό να κερδίσουμε την γνώση τη οποία προσφέρουν. Μάλιστα, όπως ισχυρίζεται το πρώτο κομμάτι της επιχειρηματολογίας, τίποτα δεν μπορεί να μαθευτεί χωρίς τα σημεία, ούτε τα πράγματα τα οποία μπορούν να μας φανερωθούν από τον δάσκαλο. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας μια λέξη ή μια φράση δεν γίνεται κατανοητή; Έτσι, όταν διάβασα τις λέξεις δεν έχουν αλλάξει τα «χαλαρά» τους, η λέξη «χαλαρά» δεν μου έδειξε τι πραγματικά σημαίνει.



ΦΩΤΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ  2011