31.3.15

ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ,354-430Μ.Χ.

Ο Αυρήλιος Αυγουστίνος ή Άγιος Αυγουστίνος γεννήθηκε στις 13 Νοέμβρη του 354 στην Ταγάστη της ρωμαϊκής επαρχίας της Νουμιδίας, τη σημερινή Αλγερία, από πατέρα ειδωλολάτρη τον Πατρίκιο και μητέρα χριστιανή, τη Μόνικα, που έχει ανακηρυχθεί αγία της καθολικής εκκλησίας.

Σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα (371) και αργότερα (374) δίδαξε γραμματική στην πατρίδα του και ρητορική στην Καρχηδόνα (375-383), τη Ρώμη (383-384) και το Μιλάνο (384-386).
ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ:

Στην Καρχηδόνα, ενώ σπουδάζει και απολαμβάνει σαν νέος που είναι τις χαρές της ζωής, διαβάζει το βιβλίο του Κικέρωνα «Ορτένσιος», συγκλονίζεται από αυτό και ξεκινά την αναθεώρηση της ζωής του θέτοντας ως σκοπό της αναζήτηση της σοφίας. Οι πνευματικές του ενασχολήσεις δεν υπερισχύουν των κοσμικών του επιθυμιών και βιώνει για μεγάλο διάστημα τη σύγκρουση των δύο στην ψυχή του. Σε αυτή την περίοδο συνδέεται με μια εταίρα από την οποία και αποκτά ένα γιο, τον Αδεολάτο ή Αβερδάτο, που αργότερα θα βαφτιστεί και θα ονομαστεί Θεόδοτος. Παράλληλα ασπάζεται το Μανιχαϊσμό, αίρεση που πρεσβεύει την ύπαρξη δύο αρχών στο Σύμπαν του καλού και του κακού και την αντίστοιχη ύπαρξη δύο ψυχών στον άνθρωπο.

Ο Αυγουστίνος που ελπίζει να βρει απάντηση σε προβλήματα όπως η δημιουργία του κόσμου, η φύση του Θεού και του διαβόλου, ηανθρώπινη ψυχή και η εκδήλωση του Θεού στον άνθρωπο, απογοητεύεται. Μετά τη συνάντησή του με τον αρχιερέα των Μανιχαίων Φαύστο (382), εξαίρετο ρήτορα που όμως δεν κατάφερε να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά του, εγκαταλείπει το Μανιχαϊσμό και φεύγει για τη Ρώμη (383).
ΡΩΜΗ:

Στη Ρώμη έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη διδασκαλία των Νεοπλατωνικών. Αρρωσταίνει όμως βαριά και επειδή οι Μανιχαίοι τον περιποιούνται πολύ αποφασίζει να διατηρήσει τους δεσμούς του μαζί τους και προσχωρεί στο σκεπτικισμό.
ΜΙΛΑΝΟ:

Στη συνέχεια πηγαίνει στο Μιλάνο (384), δουλεύει ως ρητοροδιδάσκαλος και μελετά επιστολές του Αποστόλου Παύλου και τους Νεοπλατωνικούς, κυρίως Πλωτίνο και Πορφύριο, επιδράσεις των οποίων θα δούμε σε όλο το έργο και τη σκέψη του καθώς στον Νεοπλατωνισμό βρίσκει τις απαντήσεις που ψάχνει. Στο Μιλάνο γνωρίζει και έχει δάσκαλό του, τον επίσκοπο Αμβρόσιο, ο οποίος τον έφερε ξανά σε επαφή με το Χριστιανισμό. Το 387, μαζί με το γιο του και τον αδελφικό του φίλο Αλύπιο, βαφτίζεται χριστιανός και αφοσιώνεται στη μελέτη των γραφών, τη συγγραφή και την περισυλλογή. Το 388 επιστρέφει στην πατρίδα του και ζει ως μοναχός μέχρι το 395 που γίνεται επίσκοπος Ιππώνας και στρέφεται εναντίον των αιρέσεων της εποχής, συμπεριλαμβανομένου και του Μανιχαϊσμού, και αφιερώνεται στην προάσπιση της χριστιανικής πίστης.
ΘΑΝΑΤΟΣ:
Το 430, ενώ η πόλη βρίσκεται σε πολιορκία από τους Βάνδαλους, προσβάλλεται από αρρώστια και πεθαίνει. Λέγεται ότι οι εισβολείς σεβάστηκαν τα συγγράμματά του παρότι κατέκαψαν την πόλη, και αυτά απετέλεσαν το θεμέλιο για τη θεολογία της δυτικής εκκλησίας.
ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ:

Τα έργα του διακρίνονται σε αυτοβιογραφικά στα οποία ανήκουν τα 13 βιβλία των «Εξομολογήσεων», Φιλοσοφικά, όπως τα «Κατά των Ακαδημαϊκών βιβλία 3», «Μονόλογοι», Θεολογικά « Περί της αληθούς θρησκείας», «Περί της Τριάδος», Απολογητικά και Πολεμικά κατά των Εθνικών, «Περί της Πολιτείας του Θεού», «Περί της μαντείας των δαιμόνων», Πολεμικά κατά των αιρέσεων «Περί αιρέσεων» Εξηγητικά, Ηθικά «Περί της Ελεύθερης Βούλησης», Λόγοι και Επιστολές.
Στις «Εξομολογήσεις» έργο γραμμένο με ειλικρίνεια, πάθος και λυρισμό βλέπουμε τη μάχη της πνευματικής και υλικής φύσης του, αποκαλύπτονται τα έντονα βιώματα της προσωπικότητάς του, η συνεχής διόρθωση του εαυτού του και η πεποίθησή του ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να σωθεί αν το θελήσει πραγματικά και δράσει με βούληση. Παράλληλα παραθέτει σκέψεις πάνω στο χρόνο και την αιωνιότητα, το Θεό και το δημιούργημα του, τον κόσμο, τη Θεία Χάρη και το τρισυπόστατο του Θεού.
Στο «Περί της Ελεύθερης Βούλησης» θέτει το θέμα του καλού και του κακού και των ορίων της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης. Δε δέχεται ότι ο Θεός δημιούργησε το Κακό, δε δέχεται όμως και την ύπαρξη του κακού, ως δύναμης ικανής να μειώσει το άπειρο της θείας δύναμης. Θεωρεί ότι το κακό γεννιέται όταν ξεκινά η εκδήλωση του όντος και δεν είναι μια ουσία αυτή καθεαυτή αλλά μια «κίνηση του όντος προς το μη ον», μια πτώση προς τη μη ύπαρξη.

Ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει το κακό, δηλαδή την αμαρτία επειδή διαθέτει ελεύθερη βούληση, η πνευματική του υγεία όμως δε βρίσκεται εντελώς στα δικά του χέρια, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος. Λόγω αυτού βρίσκεται σε μια κατάσταση που έχει ανάγκη τη θεία χάρη.

Η θεία χάρη είναι μια «Ουράνια Απόλαυση».
Η απόλαυση αυτή είναι η αγάπη προς το Θεό και έτσι ορίζει την εσωτερική όψη της Βούλησης, που είναι η εφαρμογή της ελευθερίας. «Ο άνθρωπος είναι έτσι ελεύθερος να κάνει ελεύθερα ό,τι ο Θεός ξέρει ότι θα κάνει ελεύθερα». Με αυτό τον τρόπο συνδυάζονται η απόλυτη δύναμη του Θεού, η ύπαρξη του κακού, η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου και η θεία χάρη. Η αμαρτία είναι ένα λάθος, ένα λάθος που γίνεται από άγνοια, που προκαλείται από την τύφλωση που μας προκαλεί το ότι είμαστε βυθισμένοι μέσα σε ένα υλικό κόσμο.
Πολύ σημαντική είναι η πορεία της ψυχής προς την αυτογνωσία που εξισώνεται με τη γνώση του θεού: «το να είσαι ο εαυτός σου, είναι το να γνωρίσεις το Θεό», ρήση που μοιάζει πολύ με το δελφικό ρητό «γνώρισε τον εαυτό σου και θα γνωρίσεις το Σύμπαν και τους Θεούς». Και για να εκδηλωθεί ο Θεός μέσα στον άνθρωπο, η Θεοφάνεια δηλαδή χρειάζεται πίστη.
Ο Άγιος Αυγουστίνος πιστεύει ότι ο μόνος τρόπος για να κατακτήσουμε την Αλήθεια είναι η Πίστη. Η πίστη του όμως δεν είναι τυφλή. Αντίθετα με την κοινή γραμμή του χριστιανισμού της εποχής του πιστεύει ότι ο άνθρωπος για να γνωρίσει, χρειάζεται το Λόγο αλλά, αντίθετα από τους ορθολογιστές της εποχής, τους διαδόχους δηλαδή του Αριστοτέλη στο «Μουσείο» της Αλεξάνδρειας, πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει χωρίς την πίστη. Η πίστη για την οποία μας μιλά λοιπόν υπερβαίνει το Νου, είναι μια βιωματική πίστη που περιλαμβάνει και υπερβαίνει το λόγο. Η ύπαρξη του Θεού δεν μπορεί να αποδειχθεί με το Λόγο, ούτε μπορεί να είναι αντικείμενο τυφλής πίστης, χρειάζεται βίωση ώστε να έρθει η θεία Χάρη. Η Αλήθεια που αναζητά ο Άγιος Αυγουστίνος είναι μια αλήθεια που αγγίζει και το νου και την καρδιά, βιώνεται, δεν είναι θεωρητική αλλά ενεργητική και προϋποθέτει γνώση, πίστη, αγάπη και «Θεοφάνεια».
Στο έργο του «Περί της Αγίας Τριάδας» το οποίο έγραφε επί 16 έτη, αναπτύσσει στα πρώτα 8 βιβλία το τριαδικό δόγμα κατά την Αγία Γραφή ως απάντηση στον Αρειανισμό και στα επόμενα εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχή ψάχνοντας τις αναλογίες της με την Αγία Τριάδα, θεωρώντας ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει την τριαδικότητα του θεού αν δεν αποκτήσει συνείδηση της τριαδικότητας της δικής του ψυχής ως εξής :
Πατέρας – Υιός – Άγιο Πνεύμα
Μνήμη – Νόηση – Βούληση
Υπάρχειν – Νοείν – Ζην
Το έργο του «Το κράτος του Θεού», θεωρείται το κορυφαίο σύγγραμμά του. Σε αυτό παρουσιάζει την ιστορία της ανθρωπότητας από την αδαμική εποχή μέχρι μια υποθετική μελλοντική εποχή, δηλώνοντας πως τίποτε από όσα έγιναν, γίνονται και θα γίνονται δεν είναι τυχαία αλλά υπακούουν στο Θείο Σχέδιο.
Μας μιλά για την ύπαρξη τριών Πόλεων που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν που είναι μια πνευματική ουράνια πόλη, μιαπνευματική γήινη πόλη και μια υλιστική γήινη πόλη.

Η αγάπη για τον εαυτό μας, ο εγωισμός δηλαδή, όταν φτάνει μέχρι του σημείου της περιφρόνησης του Θεού γεννά την γήινη πόλη, ενώ η αγάπη στο Θεό, όταν φτάσει στο σημείο της περιφρόνησης του εαυτού μας, γεννά την ουράνια πόλη.

Μπορούμε να δούμε αναλογίες των 3 πόλεων με τον κόσμο των Ιδεών και τη θεωρία των 3 σφαιρών ή κόσμων του Πλάτωνα . Η πνευματική ουράνια πόλη είναι η πόλη του Θεού στον ουρανό, αυτό που ο Πλάτωνας ονομάζει ως Αρχέτυπα ή σφαίρα του Νου. Η πνευματική γήινη πόλη είναι η πόλη του Θεού πάνω στη γη, η αντανάκλασή της πάνω στη γη, ή οι εικόνες των Ιδεών του Πλάτωνα, η σφαίρα της ψυχής. Και η υλιστική γήινη πόλη ή πόλη του διαβόλου είναι οι εικόνες των εικόνων, η «σπηλιά» του Πλάτωνα, η σφαίρα του σώματος.
ΕΠΙΔΡΑΣΗ:

Παρότι οι θέσεις του δεν έγιναν ευρέως αποδεκτές από τη Δυτική Εκκλησία ο Αυγουστίνος επέδρασε σε φιλόσοφους, θεολόγους, ψυχολόγους, ιστορικούς, κοινωνιολόγους και νομικούς, όπως ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Καλβίνος, ο Γιάνσεν, ο Μπλαιζ Πασκάλ, ο Μποσσυέ, ο Πάουλ Τίλλιχ κ.α. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι το έργο του μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πηγή για τη σύγχρονη επιστήμη και φιλοσοφία καθώς διαμόρφωσε ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα που επέτρεψε την επικράτηση της Σχολαστικής Φιλοσοφίας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εγκυκλοπαίδεια «Δρανδάκης»
Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»
Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα»
«Άγιος Αυγουστίνος: Εξομολογήσεις» εκδ. Ερατώ
«Άγιος Αυγουστίνος», τόμοι 2, εκδ. Πατάκη
Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό
«Φιλοσοφικά και Χριστιανικά μελετήματα» Ι. Θεοδωρακόπουλος
«Ο Άγιος Αυγουστίνος και η φιλοσοφία της Θρησκείας» Ε. Θεοδώρου

29.3.15

Ορθόδοξοι Θεολόγοι έναντι Αυγουστίνου και Περί Αγιότητος του


Ορθόδοξοι Θεολόγοι έναντι Αυγουστίνου 

του Πατρολόγου Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου 
Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Θεολόγοι της Ανατολής αντέδρασαν καθυστερημένα και μάλλον ανεκτικά στην θεολογία του Αυγουστίνου. Πρώτος ο ιερός Φώτιος († 893), ανασκευάζοντας θεολογικά την θεωρία Δυτικών περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, αντιμετώπισε την ένσταση συγχρόνων του Δυτικών, ότι την θεωρία αυτή πρόβαλλαν επιφανείς θεολόγοι, όπως οι Αυγουστίνος, Αμβρόσιος και Ιερώνυμος.

Ο Φώτιος έδειξε να γνωρίζει το γεγονός, αλλά δεν ανασκεύασε συγκεκριμένα χωρία τους. Χαρακτήρισε την θεωρία «καινοτομίαν» και παραχάραξη της αλήθειας, αλλά δεν «καταδικάζομεν», λέει, ούτε πρέπει «ατιμάζειν» τους «πατέρας» αυτούς, που δυνατόν να παρεξέκλιναν από «άγνοιαν» ή επειδή δεν τους ζητήθηκε τότε η αλήθεια για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Κριτήριο στην περίπτωση για την προσωπική καταδίκη του Αυγουστίνου θα ήτανε, κατά τον Φώτιο, η άρνησή του να δεχθεί την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας, εάν του υποδεικνυόταν. Όταν όμως αναπτύχθηκε η ορθή διδασκαλία, ο Αυγουστίνος δεν ζούσε. Όσο δε ζούσε δεν αντιτάχθηκε στην Εκκλησία. Επομένως πρέπει να καταδικασθεί η δογματική του παρέκκλιση, αλλά ο ίδιος να τιμάται ως «πατέρας της Εκκλησίας».

«…Αμβρόσιος ο μέγας και Αυγουστίνος και Ιερώνυμος και τινες άλλοι τούτοις ομοταγείς και ισοστάσιοι, μέγα όνομα λαχόντες επ’ αρετή και βίου λαμπρότητι, το Πνεύμα εκ του Υιού εν πολλοίς αυτών λόγοις συνέταξαν εκπορεύεσθαι… Και μη ατιμάζειν πατέρας…» (Επιστολή ΚΔ', Προς Ιωάννην Ακυληίας. PG102, 809Β. Βλέπε και 812Β, 816ΑΒ).

«Συ, πατέρας ονομάζεις Αυγουστίνον και Ιερώνυμον και τοιούτους άλλους· καλώς ποιείς» (Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας. PG 102,365Β. Βλέπε και 344-365 κ.ά.).

«… την μεν καινοτομίαν, ως την δεσποτικήν φωνήν κιβδηλεύουσαν και παραχαράσσουσαν αποστρεφόμεθα (= την περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού)· τον πατέρα (= τον Αυγουστίνο) δε αυτής, σιγώντα μάλιστα και μη παρόντα, μη δ’ αντιλέγοντα, ου μεν ουν, ου καταδικάζομεν» (PG102,816Β, 348 ΑΒ).

Στην Επιτομή του έργου του «Μυσταγωγία», που κατά πάσαν πιθανότητα είναι γνήσιο έργο του, απολογείται («απολογητέον») των τριών Πατέρων της Δύσεως, λέγοντας ότι δυνατόν «οι πνευματομάχοι νενοθεύκασι» τα έργα τους ή τα έγραψαν «κατ' οικονομίαν», ή, τέλος, ως άνθρωποι «της ακριβείας παρεσύρθησαν», κάτι που και άλλοι «μεγάλοι» πατέρες έπαθαν (αναφέρει π. χ. τον Ειρηναίο Λουγδούνου και τον Ιππόλυτo). Αυτών κάποιες απόψεις δεν «απεκδεχόμεθα», μολονότι γι’ άλλες τους «θαυμάζομεν» (PG 102, 393ΑΒ). Εάν, μάλιστα, προσέξει κάποιος τα κεφάλαια 38-40 του έργου του «Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας» (PG102, 280-390), θα διαπιστώσει εκεί ότι αντικρούει την σχετική θεωρία του Αυγουστίνου, χωρίς ν' αναφέρει το όνομα του.

Μεταξύ άλλων Βυζαντινών, που χρησιμοποίησαν τον Αυγουστίνο, ή αναφερθήκανε σ' αυτόν, είναι και ο κορυφαίος θεολόγος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς († 1359), που έμμεσα τήρησε θετικότερη στάση έναντι του Λατίνου θεολόγου. Ο Γρηγόριος διάβασε το έργο De Trinitate, όπως το μετέφερε στην Ελληνική ο Μάξιμος Πλανούδης, και χρησιμοποίησε χωρία του χωρίς μνεία του ονόματος του συγγραφέα τους, τον οποίο πάντως χαρακτηρίζει «σοφόν» και «αποστολικόν άνδρα».

«Ημείς ουν ενεργούντα τον Θεόν ημών γινώσκοντες και των άλλων πάντων, επεί και τις των σοφών και Αποστολικών ανδρών φησιν ότι θέσεις και έξεις και τόποι και χρόνοι…» (Γρηγορίου Παλαμά, Κατά Γρηγορά Β': Γρ. Παλαμά Συγγράμματα, Δ' 43, εκδ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 2969-11). Το χωρίο του Αυγουστίνου «ότι θέσεις και έξεις… » είναι από το έργο του Περί Τριάδος Ε' 8, 9. Το ίδιο χωρίο παραθέτει και υιοθετεί ο Γρηγόριος και στο έργο του Εκατόν πεντήκοντα κεφάλαια 133(Στην ίδια έκδοση, Ε' 133, σ. 11010-12Βλέπε Σχετικά Γ. Δημητρακόπουλος, Αυγουστίνος και Γρηγόριος Παλαμάς…. , Αθήνα, Παρουσία 1997, όπου επισημαίνονται πολλά δάνεια και όπου η σχετική για το θέμα συζήτηση). 

Δειγματικά εδώ παραθέτουμε παράλληλα χωρία-φράσεις Αυγουστίνου (σε μετάφραση Πλανούδη) και Γρηγορίου Παλαμά, όπου φαίνεται η σποραδική εξάρτηση του δεύτερου από τον πρώτο και μάλιστα σε θέμα κρίσιμο στις συζητήσεις μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών θεολόγων. Πρόκειται για το θέμα της σχέσεως των προσώπων της αγ. Τριάδας και δη της θεωρήσεως του Αγίου Πνεύματος ως του μεταξύ Πατέρα και Υιού έρωτα-αγάπης, κάτι που προϋποθέτει την αποδοχή, για την Τριάδα, του Αυγουστινείου σχήματος νους ή μνήμη (=Πατέρας), λόγος-γνώσις (=Υιός), αγάπη-θέλησις (=Άγιο Πνεύμα).

Γρηγόριος Παλαμάς

«Εκείνο δε το Πνεύμα του ανωτάτου Λόγου, οίόν τις έρως εστίν απόρρητος του γεννήτορος προς αυτόν τον απορρήτως γεννηθέντα Λόγον ω και αυτός ο του Πατρός επέραστος Λόγος και Υιός χρήται προς τον γεννήτορα» (Κεφάλαια 150, 36: Π. Χρήστου, Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα, Ε', Θεσσαλονίκη 1992, σ. 5425-28).

«Επειδή παν το περί Θεού λεγόμενον ουσίαν οίονται είναι… Δείκνυται μη παν περί Θεού λεγόμενον κατ' ουσίαν λέγεσθαι, αλλά λέγεσθαι και αναφορικώς, τουτέστι προς τι, όπερ αυτός ουκ εστίν, ώσπερ ο Πατήρ λέγεται προς τον Υιόν» (αυτόθι, κεφ. 125, σσ. 105 29-30, 106 1-4).

«Αλλ’ ουδέν τοιούτον εν τω Θεώ, ότι δη παντάπασιν αμετάβλητος μένει· δι’ ην αιτίαν ουδέν αυτώ κατά συμβεβηκός λέγοιτ' αν. Ου μην παν όπερ επί Θεού λέγεται ουσίαν σημαίνει. Λέγεται γαρ και προς τι, όπερ αναφορικόν εστί και αναφοράς προς έτερον, αλλ’ ουκ ουσίας δηλωτικόν» (αυτόθι, Κεφ. 127, σσ. 1073-8).
Αυγουστίνος

«Ει δε και η αγάπη καθ' ην ο Πατήρ αγαποί τον Υιόν και ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, άρρητος την κοινωνίαν δείκνυσιν αμφοίν, τίποτ' αν αρμοδιώτερον ή ως αυτό κυρίως λέγεσθαι αγάπην, όπερ Πνεύμα άγιον εστι κοινόν αμφοτέρων;» (Περί Τριάδος IΕ' 19, 37: Μ. Θωμόπουλος Ι. Τσάβαρη G. Rigotti, Αυγουστίνου Περί Τριάδος βιβλία πεντεκαίδεκα… Μετήνεγκε Μάξ. Πλανούδης, Αθήνα 1995, σ. 951 145-148).

«Εν τω Θεώ δε ουδέν μεν κατά συμβεβηκός λέγεται, ότι μηδέν εν αυτώ τρεπτόν· ου μεντοι παν το λεγόμενον κατ' ουσίαν λέγεται. Λέγεται γαρ προς τι, ως ο Πατήρ προς τον Υιόν και ο Υιός προς τον Πατέρα, όπερ συμβεβηκός ουκ εστίν» (αυτόθι, Ε' 5,5: σ. 3514-7).

«… Αλλ’ ουδέν τοιούτον εν τω Θεώ γίνεται, ότι δη παντάπασιν αμετάβλητος μένει. Δι’ ην αιτίαν ουδέν εν αυτώ κατά συμβεβηκός λέγεται… Ου μέντοι παν ο λέγεται λοιπόν εστίν κατ' ουσίαν λέγεσθαι… Ότι μη κατ' ουσίαν λέγεται ταύτα, αλλά κατ' αναφοράν, ό, καίπερ αναφορικόν αν, ουκ εστί συμβεβηκός… »(αυτόθι, Ε' 4, 6 και Ε' 5, 6: σ. 351 26-29 και 15322-23).

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς (1296-1359)

Είναι προφανές ότι ο Γρηγόριος Παλαμάς, που ασφαλώς είχε τις δικές του απόψεις για τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδας, για την αναφορικότητα των σχέσεών τους και για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, θεώρησε χρήσιμα κι επαγωγικά τα εξηγητικά σχήματα του Αυγουστίνου. Εφόσον ο ίδιος διέκρινε φύση και υποστάσεις, εφόσον το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα κι εφόσον με τα «προς τι» δήλωνε απλά την σχέση του Υιού προς τον Πατέρα, δεν φοβήθηκε να ονομάσει το Πνεύμα αγάπη-έρωτα και να χρησιμοποιήσει διατυπώσεις του Αυγουστίνου, μολονότι αυτές είχανε άλλες προϋποθέσεις θεολογικές και άλλη προοπτική, κάτι που εύκολα θα είχε διαπιστώσει ως οξύνους θεολόγος. Θεώρησε δηλαδή ακίνδυνες τις διατυπώσεις του Αυγουστίνου, εφόσον τις είχε θεμελιώσει με άλλες, Ορθόδοξες, προϋποθέσεις.

Σχεδόν την ίδια εποχή ο Νείλος Καβάσιλας (†1363), Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, γράφοντας κυρίως κατά Θωμά Ακινάτη, αναφέρεται θετικά στον Αυγουστίνο, μολονότι γνωρίζει ότι αυτός εις τα της πίστεως δεν εκφράζεται ορθά («το αναγκαίον εν τοις περί πίστεως λόγοις ουκ έχουσιν»: Μ. Candal, Nilus Cabasilas et theologia s. Thomae…, Vaticano 1945, σ. 200). Σε ανέκδοτο έργο του «Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος κατά Λατίνων», το οποίο μελέτησε ο Κ. Λιάκουρας, αιτιολογεί την δογματική παρέκκλιση του Αυγουστίνου ως σύμπτωμα στο πλαίσιο των θεολογικών αγώνων, οι οποίοι δεν έχουν πάντοτε δογματική ακρίβεια.

«εστι και περί των ειρημένων Αυγουστίνω περί του Αγίου Πνεύματος λέγειν, μη δογματικώς ταύτα εκθείναι, αλλ’ ή αγωνιζομένου ή και τι χρήσιμον τω τότε χρόνω οικονομούντα τα τοιαύτα απαγγείλαι» (II, 33,6).

Είναι σαφές ότι ο Νείλος, γνωρίζοντας προφανώς την έναντι του Αυγουστίνου ανεκτική στάση του Φωτίου, ακολουθεί εκείνον. Αναγνωρίζει τον Αυγουστίνο «της Εκκλησίας διδάσκαλον» και για τα περί filioque εκφράζει την υποψία ότι αυτά είναι νοθεύσεις, ότι δεν γράφηκαν από τον ίδιο, κάτι που συχνά, λέει, ότι συνέβη και με άλλους θεολόγους.«Γνήσια δε ταύτα της εκείνου διανοίας και γλώττης είναι ου πάντα πείθομαι» (II, 33,1. Βλέπε και II 9).

Η τοποθέτηση αυτή του Νείλου Καβάσιλα, αυστηρού γενικά έναντι των αιρετικών, κατανοείται, φρονούμε, από την προσπάθεια του ν' αφαιρέσει από τους Λατίνους της εποχής του το επιχείρημα ότι το filioque υποστηρίζει ο μεγάλου κύρους Αυγουστίνος. Έτσι απαντούσε και στο επιχείρημα τους ότι τον Αυγουστίνο η Ε' Οικουμ. Σύνοδος τον αναφέρει μεταξύ των μεγάλων Πατέρων (ACO IV1, σ. 37).

Λίγο αργότερα η κριτική βάθυνε. Στο αντιθωμιστικό του έργο ο Κάλλιστος Αγγελικούδης ο Μελενικιώτης (τέλος ΙΔ' αι.) πρώτος επισήμανε τις συνέπειες της Αυγουστίνειας ταυτίσεως ουσίας και υποστάσεως στην Summa contra Gentiles του Θωμά Ακινάτη. Ο Κάλλιστος μελέτησε και ανέτρεψε τις ερμηνείες του Αυγουστίνου, δείχνοντας το θεολογικό τους αδιέξοδο και την κακοδοξότητά τους, αναφορικά με την διάκριση των θείων προσώπων και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος ως αγάπης Πατέρα και Υιού, αφού την αγάπη ως ενέργεια ταυτίζει ο Αυγουστίνος με την Θεία Ουσία (βλέπε Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος, Συνάντησις Ορθοδόξου και σχολαστικής θεολογίας…. , Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 104-108,162-171).

Την ίδια περίπου άποψη με τον Νείλο Καβάσιλα διατυπώνει στον επόμενο αιώνα ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός († 1445). Αρνείται στους Λατίνους συζητητές του ότι ο Αυγουστίνος υποστήριζε το filioque, χαρακτηρίζοντας τα σχετικά κείμενα νόθα, «διεφθαρμένα», «παρέγγραπτα» (Ομολογία της ορθής πίστεως 2: L. Petit εις ΡΟ 17, σ. 300).

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί θεολόγοι συγγραφείς παραπέμπουνε σε χωρία του Αυγουστίνου (Μανουήλ Κορίνθιος († π. 155), Μελέτιος Πηγάς († 1601), Βικέντιος Δαμωδός († 1752) κ.ά. ), μολονότι απορρίπτουν την θεωρία του περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Ιδιαίτερα τιμούν και παραπέμπουνε στον Αυγουστίνο οι φιλοδυτικοί θεολόγοι, όπως π.χ. Ο Μάξιμος Μαργούνιος († 1602). Προσπαθεί να συμφιλιώσει το filioque με την εκ μόνου του Πατρός υπαρκτική-αΐδια εκπόρευση του Πνεύματος. Επαναλαμβάνει το principaliter a patre (= αρχικώς από τον Πατέρα) του Αυγουστίνου, αλλά τελικά την υπόστασή του το Πνεύμα έχει και από τον Υιό (G. Fedalto).

Εγκωμιαστικά μιλάει για τον Αυγουστίνο ο μεγαλύτερος νηπτικός θεολόγος μετά τον Γρηγόριο Παλαμά, ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, που γνώριζε ότι ο Μάξιμος Πλανούδης μετέφρασε το Περί Τριάδος (μάλλον χωρίς να το έχει διαβάσει) και που εξέδωκε μόνο το συμπιληματικό έργο του Αυγουστίνου Soliloquia: «Μέγας διδάσκαλος (= ο Αυγουστίνος) και θεολόγος περιφανέστατος της του Χριστού Εκκλησίας ανεδείχθη» (Επιτομή εκ των προφητανακτοδαδιτικών Ψαλμών, Κωνσταντινούπολη 1799, σ. 136). Του αποδίδει επίσης εδώ τα επίθετα «θείος και ιερός».

Σημαντικότερο είναι ότι ο Αυγουστίνος καταχωρίζεται για πρώτη φορά σε Συναξάριο της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας (15 Ιουνίου) και αυτό γίνεται από τον Νικόδημο Αγιορείτη, στο τέλος ακριβώς του ΙΗ' αι., μολονότι ο Συναξαριστής του των δώδεκα μηνών του ενιαυτού εκδόθηκε μόλις το 1819. Εκεί ο Αυγουστίνος αναφέρεται ως «άγιος», «θείος», «ιερός» και «μακάριος», εμπιστευόμενος ο Νικόδημος την γνώμη του Δοσιθέου Ιεροσολύμων, ενώ στην υποσημείωση προσπαθεί να εξηγήσει ότι οι δογματικές παρεκκλίσεις στα έργα του Αυγουστίνου οφείλονται σε νόθευση από αιρετικούς: «ενοθεύθησαν από τους αιρετικούς». Γι’ αυτό, λέγει, «οι Ορθόδοξοι Ανατολικοί δεν δέχονται ταύτα απλώς και ως έτυχεν, αλλ’ όσα συμφωνούσι με την κοινήν δόξαν της Καθολικής Εκκλησίας» (σ. 207). Δεν γνωρίζουμε ποία θα ήτανε η γνώμη του Νικόδημου, εάν δεν αποδίδονταν σε νόθευση οι παρεκκλίσεις και εάν είχε μελετήσει τα μεγάλα έργα του Αυγουστίνου. Είναι όμως έκδηλη η διάθεσή του, όπως και άλλων, να μη στερηθεί τιμών ιερού άνδρα ο «μέγας διδάσκαλος και θεολόγος» (όπως τον θεωρεί) Αυγουστίνος.

Άγιο χαρακτηρίζει σαφώς τον Αυγουστίνο και ο Ευγένιος Βούλγαρης († 1808), συντάσσοντας τον Βίο του: «Βίος ένθεος τού εν Αγίοις πατρός ημών Αυγουστίνου… » (Κώδικας Αγίου Όρους 6029, αριθμ. 21. Παντελεήμονος 522). Στο Άγιον Όρος συντάχθηκαν και οι δύο από τις τρεις Ακολουθίες για τον ιερό Αυγουστίνο: του Ιακώβου Νεασκητιώτη (ΙΘ' αι. ) και του Γερασίμου Μικραγιαννανίτη (Κ' αι.).

Όλ' αυτά, και μάλιστα η απουσία του Αυγουστίνου από τα παλαιά Συναξάρια, εκφράζουνε την αμφιταλάντευση της Εκκλησίας στο ζήτημα της τιμής ως Αγίου του μεγάλου αυτού θεολόγου συγγραφέα. Η τοποθέτηση του ιερού Φωτίου είναι ρεαλιστική, αλλά, ή δεν προσέχθηκε ή (μάλλον) δεν ικανοποίησε. Ο λόγος που δεν ικανοποίησε έγκειται, πλην άλλων, στο γεγονός ότι η ιδιαίτερα κακόδοξη άποψη του περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος ανακηρύχθηκε σε δόγμα της δυτικής Εκκλησίας. Η κακοδοξία δεν περιορίσθηκε σε μικρό κύκλο, αλλά διασπάρηκε στην οικουμένη. Στην Ανατολή, των αναλογιών τηρουμένων, έχουμε παράλληλο φαινόμενο στο πρόσωπο του Θεοδώρου Μοψουεστίας († 428). 

Αυτός έθεσε τις βάσεις του Νεστοριανισμού, αλλά όσο ζούσε δεν αντιτέθηκε στην Εκκλησία και πέθανε στους κόλπους της (όπως άλλωστε ο Αυγουστίνος). Επειδή όμως οι εσφαλμένες του χριστολογικές απόψεις προβλήθηκαν ως δόγμα πίστεως από Αντιοχειανούς και δη από τον Νεστόριο, η Εκκλησία χρειάσθηκε να καταδικάσει τον Θεόδωρο Μοψουεστίας επίσημα, για να προστατεύσει, βέβαια, τους πιστούς από την κακοδοξία. Διαφορετικότερη στάση, επιεικέστερη και ανεκτικότερη, τήρησε η Εκκλησία και τηρεί έναντι του ιερού Αυγουστίνου. Προφανώς, διότι, όντας άγνωστος γενικά στην Ανατολή ο Αυγουστίνος, πρώτον, δεν νόμισε ότι θα κινδυνεύσει το πλήρωμα της από τις παρεκκλίσεις του, και δεύτερον, διότι εκτίμησε πολύ θετικά το γεγονός, ότι με το πολύπλευρο οικοδομητικό κατά τα άλλα και θεολογικό του έργο τράφηκε και τρέφεται ο δυτικός Χριστιανισμός. Επίσης, δεν πολυπραγμόνησε και για άλλες θεολογικές παρεκκλίσεις στα έργα του.

Τα έργα

Ο Αυγουστίνος υπήρξε πληθωρικότατος συγγραφέας, ο μεγαλύτερος της Δύσεως, σχεδόν μεγαλοφυής, μολονότι μόνο 4-5 έργα του είναι πολυσέλιδα. Τα κείμενα του αποδεικνύουν το δημιουργικό και ορμητικό του πνεύμα κι εκφράζουν έντονο συναισθηματισμό, ενώ παράλληλα γίνονται υπερβολικά πολεμικά. Ο λόγος του Αυγουστίνου είναι συνήθως εναργής, εξαιρετικά προσωπικός και συχνά εξομολογητικός-προσευχητικός. Από ιδιοσυγκρασία και λογοτεχνική διάθεση εύκολα εκφράζει με πάθος τις εσωτερικές του αγωνίες, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τις αποτυχίες του. Αυτά ενίοτε είναι επίπλαστα, ενώ οι επαναλήψεις συχνές και η γλώσσα του όχι ενιαία. Στην οργάνωση των έργων του δεν έχει στερεή δομή και όχι σπάνια η πολυλογία καλύπτει θεολογική αδυναμία. Παρ' όλ' αυτά ο Αυγουστίνος διαβάσθηκε και διαβάζεται άπληστα, ιδιαίτερα τα αυτοβιογραφικά του έργα με πρώτο και κύριο τις Confessiones (Εξομολογήσεις).

Αιτίες για την δυσκολία κατανοήσεως του Αυγουστίνου

Ο μεγάλος όγκος της συγγραφικής του παραγωγής και το εύρος των θεμάτων για τα οποία έγραψε. Η προοδευτική αλλά πάντα ελλιπής γνώση και αφομοίωση της Παραδόσεως της Εκκλησίας.

Παρά την πιστότητα που ομολογεί στην Εκκλησία, επιχειρεί συχνά αναλύσεις θεολογικά ασύμβατες προς την Παράδοση και δογματικά επικίνδυνες ή κακόδοξες.

Η αδυναμία του να παρακολουθήσει την πολύ προηγμένη θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας και δη των Καππαδοκών Πατέρων.

Η κατά εποχές ανελικτική πορεία της θεολογικής του σκέψεως και του φρονήματός του έχει ως αποτέλεσμα την απουσία ενιαίας δομής της θεολογίας του. Τα εκφραστικά του μέσα είναι εξαιρετικώς ποικίλα και η γλώσσα του άλλοτε λογοτεχνική, εξομολογητική και αυθόρμητη, άλλοτε αυστηρά θεολογική κι ενίοτε σχολαστικίζουσα φιλοσοφική.

Πολύ συχνά στα έργα του, ακόμα και τα αυτοβιογραφικά-εξομολογητικά, δεν διακρίνονται σαφώς ο θεολογικός από τον φιλοσοφικό λόγο, οι φιλοσοφικές αντιλήψεις από την διδασκαλία της Εκκλησίας.

Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, Γρηγόρης, Αθήνα 2010, σελ. 331-338.



Περί Αγιότητος του Ιερού Αυγουστίνου 
Διονύσης Παπαχριστοδούλου

Μπορεί ένας άνθρωπος με αιρετικές απόψεις σαν τον Ιερό Αυγουστίνο, να θεωρείται άγιος από την Εκκλησία; Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, η απάντηση είναι«ναι». Και ας μη ξεχνάμε, ότι τα θέματα στα οποία είχε αιρετικές απόψεις, είτε ΔΕΝ είχαν ακόμα δογματισθεί, είτε δεν είχαν ακόμα μεταφερθεί στη δική του (Λατινική) γλώσσα. Γιατί δεν είναι δυνατόν ένας άγιος να εμμένει σε μια αίρεση, όταν του ΥΠΟΔΕΙΧΘΕΙ. Και σ' αυτόν ΔΕΝ υποδείχθηκαν τα λάθη του. Όμως επειδή λόγω των θέσεών του, πολλοί αμφισβητούν την αγιότητά του, για το ότι πράγματι η Εκκλησία τον αποδέχεται ως άγιο, είναι χρήσιμο να δούμε το παρακάτω άρθρο του Διονύση Παπαχριστοδούλου, που δείχνει ότι δεν αμφισβητείται η αγιότητά του, παρά τα λάθη του.


Ο Θεός σέβεται το πλάσμα του και δεν του «αλλάζει τα φώτα» στη διάνοια με τον φωτισμό του νοός και αν ο θνητός αφελώς επιμένει σε “μη πατερική ανάγνωση των πατερικών κειμένων”, για χρόνο ικανό ή και για όλο τον επίγειο βίο μπορεί να τον αφήνει σε κατάσταση ημιτελούς γνώσεως, μη πατερικής αναγνώσεως, χωρίς να του δωρίζει δηλαδή δογματική συνείδηση, Κύριος οίδε γιατί. Αυτό άλλωστε εξηγεί το πώς είναι δυνατόν ο Ιερός Αυγουστίνος να είναι αναγνωρισμένος άγιος και από την καθ'  ημάς Ανατολή την στιγμή που φαίνεται από τα κείμενα του να έχει πετάξει τόσα θεολογικά «τούβλα».

Τον αναγνωρίζει τον 4ο αιώνα ο ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ. «Του αγιωτάτου επισκόπου Αυγουστίνου».

Τον αναγνωρίζει τον 5ο αιώνα Flavius Justinianus Imperator. «Ο εν αγίοις Αυγουστίνος επίσκοπος εκ της των Άφρων χώρας», «ο εν αγίοις δε Αυγουστίνος», «ο εν αγίοις Αυγουστίνος επίσκοπος εκ της των Άφρων χώρας», «ο εν αγίοις Αυγουστίνος», "των γραφέντων παρά Αυγουστίνου του της οσίας μνήμης επισκόπου εν Αφρική γενομένου», «ο αυτός της οσίας μνήμης Αυγουστίνος».

Τον αναγνωρίζει τον 7ο αιώνα ο συγγραφέας του έργου, CHRONICON PASCHALE, ΕΠΙΤΟΜΗ ΧΡΟΝΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟ ΑΔΑΜ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΩΣ Κ ΕΤΟΥΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΥΠΑΤΕΙΑΝ ΕΤΟΥΣ ΙΘ ΚΑΙ ΙΗ ΕΤΟΥΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΝΕΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΥΙΟΥ ΙΝΔΙΚΤΙΩΝΟΣ. «Αυγουστίνου του της οσίας μνήμης επισκόπου εν Αφρική γενομένου", «ο αυτός της οσίας μνήμης Αυγουστίνος».

Τον αναγνωρίζει τον 9ο αιώνα ο Μέγας Φώτιος. ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΡΙΘΜΗΣΙΣ ΤΩΝ ΑΝΕΓΝΩΣΜΕΝΩΝ ΗΜΙΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΩΝ ΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΔΗ ΔΙΑΓΝΩΣΙΝ Ο ΗΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΗΜΩΝ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΕΞΗΙΤΗΣΑΤΟ ΕΣΤΙ ΔΕ ΤΑΥΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΔΕΟΝΤΩΝ ΕΦ' ΕΝΙ ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ «περί τε της του αγίου Αυγουστίνου πίστεως», «του εν αγίοις Αυγουστίνου». Και τέλος τον αναγνωρίζει ο Ιωσήφ Βρυέννιος (1350-1431). "ΤΑ ΕΥΡΕΘΕΝΤΑ», Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν. «Φησί γαρ ο μεν άγιος Αυγουστίνος…».

Κείμενο από oodegr.com
<!--Γνωμικά από το Γνωμικολογικόν-->
<div style="width:275px;background-color:cornsilk;padding:3px;margin:auto;">
<iframe src="http://www.gnomikologikon.gr/widget3widered.html" height="212" width="273" frameborder="1" align="middle" marginwidth="2px" marginheight="2px" scrolling="no"></iframe></div>
<!--Γνωμικά τέλος-->